Mεγάλωσε να με χωράς
ψυχή ανεμοδαρμένη
θ’ αφήνω το στημόνι σου
να μου τρυπάει τα σπλάχνα
στο δώμα σου αν ανέβω.
Aπ’ την πικρή σου λησμονιά
το σώμα μου παλεύω.
Mε κάνεις και τα χάνω:
παίρνω από πίσω τη σκιά μου
– υφαίνουν τα περήφανα
τα ταπεινά ξηλώνουν.
Πυξίδα-βότσαλο κρατώ
σε ασπίδα-δέντρο να κρυφτώ
– την θάλασσα να καταπιώ
ή να την ταξιδέψω;
O χρόνος που με νίκησε
αυτός και με λυτρώνει.
Eισέτι ωστόσο δυηπαθής
ηδυπαθής, εμμένω.
ψυχή ανεμοδαρμένη
θ’ αφήνω το στημόνι σου
να μου τρυπάει τα σπλάχνα
στο δώμα σου αν ανέβω.
Aπ’ την πικρή σου λησμονιά
το σώμα μου παλεύω.
Mε κάνεις και τα χάνω:
παίρνω από πίσω τη σκιά μου
– υφαίνουν τα περήφανα
τα ταπεινά ξηλώνουν.
Πυξίδα-βότσαλο κρατώ
σε ασπίδα-δέντρο να κρυφτώ
– την θάλασσα να καταπιώ
ή να την ταξιδέψω;
O χρόνος που με νίκησε
αυτός και με λυτρώνει.
Eισέτι ωστόσο δυηπαθής
ηδυπαθής, εμμένω.
