Τρέχουνε κόκκινες φωνές
σκοντάφτουνε στο μέλλον
στο πράσινο δεν κρύβονται
το μαύρο αγνοούνε
πουλιά από τα μάτια μου
βγαίνουν να τις προφτάσουν
– πώς γίνεται να πέρασες
χωρίς καν να σε νιώσω;

Σύννεφο η ψυχούλα σου
και η βροχή μακριά μου
κρέμεται αναποφάσιστη
πάνω απ' τα κυπαρίσσια.

Όταν δεν αποκρίνεσαι
ο ουρανός μού λείπει –
ψίθυρους που ταξίδευα
τους θάβει τώρα η λύπη.