Μετα-ποίηση Μετ'Αμφιέσεων
Βγήκα δήθεν για τσιγάρα. Στην πραγματικότητα ήθελα να σου πω μια καλημέρα.
Αν δεν τo 'χεις μάθει ο λάκκος είναι ακόμα άδειος. Για να αισιοδοξήσει, σκέφτεται το μέλλον του ρόδινο: το πολύ να καταντήσει κενοτάφιο.
Θα μου πεις, το δις εξαμαρτείν…
Θα σου πω, οι σοφοί με σφραγίδα είναι επτά και κατοχυρωμένοι. Δεν έχει άλλες θέσεις. Είναι να ξοδευόμαστε;
Συνήθισα στην άδηλη αναπνοή. Αφού ό,τι δηλώσεις είσαι, εγώ θα τους παραπλανήσω: αναπνέω παράνομα στη σκέψη σου, κλείνω το μάτι στην καινούργια μέρα σαν να είναι όλα υπό έλεγχο και ξεγελάω τις ανασφάλειες κλειδώνοντάς τες για να μοιάζουν ασφαλείας…
Αν δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς, να καις τουλάχιστον μόνο παράλληλες αρτηρίες. Ποτέ τις διασταυρώσεις. Υπάρχει κίνδυνος βραχυκυκλώματος. Το αίμα δεν αστειεύεται.
Έχεις τουλάχιστον οάσεις στις ερήμους σου; Κάπου να ξεκουράζεσαι κι εσύ απ’ τη μονοτονία της ασφάλειας.
Να φανταστείς πως ζήλευα τις –έστω μικρές– περιπλανήσεις σου. Πήγες κι ακριβοπλήρωσες την έμπνευση, ενώ εδώ είναι δωρεάν.
Δεν ξέρω τι να το κάνω το παράπονό της, που μένει τόσον καιρό ανεπίδοτη. Γι’ αυτό στη στέλνω. Αν έχεις την καλοσύνη, να συμπληρώσεις τα κενά.
Φέτος κάψανε πάλι όλες τις συμφωνίες – του πράσινου με το γαλάζιο, του ιώδους με το υπόλευκο, τη δική μας. Πρόλαβα και φύτεψα καινούργιες να θεριέψουν με τα πρώτα δάκρυα του νέου χρόνου.
Ό,τι αγαπούσα στέρεψε.
Σου γράφω απ’ τη μέση του ωκεανού, τριγυρισμένη από πολύτιμα δυσεύρετα κοχύλια. Κανείς δε νοιάζεται. Από ποιόν να ζητήσω τα εύρετρα;
Εδώ στα βαθιά, τουλάχιστον, δεν κινδυνεύω να πιάσω πάτο. Είναι λίγο κουραστικό, αλλά θα συνηθίσω.
Αν δεν τo 'χεις μάθει ο λάκκος είναι ακόμα άδειος. Για να αισιοδοξήσει, σκέφτεται το μέλλον του ρόδινο: το πολύ να καταντήσει κενοτάφιο.
Θα μου πεις, το δις εξαμαρτείν…
Θα σου πω, οι σοφοί με σφραγίδα είναι επτά και κατοχυρωμένοι. Δεν έχει άλλες θέσεις. Είναι να ξοδευόμαστε;
Συνήθισα στην άδηλη αναπνοή. Αφού ό,τι δηλώσεις είσαι, εγώ θα τους παραπλανήσω: αναπνέω παράνομα στη σκέψη σου, κλείνω το μάτι στην καινούργια μέρα σαν να είναι όλα υπό έλεγχο και ξεγελάω τις ανασφάλειες κλειδώνοντάς τες για να μοιάζουν ασφαλείας…
Αν δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς, να καις τουλάχιστον μόνο παράλληλες αρτηρίες. Ποτέ τις διασταυρώσεις. Υπάρχει κίνδυνος βραχυκυκλώματος. Το αίμα δεν αστειεύεται.
Έχεις τουλάχιστον οάσεις στις ερήμους σου; Κάπου να ξεκουράζεσαι κι εσύ απ’ τη μονοτονία της ασφάλειας.
Να φανταστείς πως ζήλευα τις –έστω μικρές– περιπλανήσεις σου. Πήγες κι ακριβοπλήρωσες την έμπνευση, ενώ εδώ είναι δωρεάν.
Δεν ξέρω τι να το κάνω το παράπονό της, που μένει τόσον καιρό ανεπίδοτη. Γι’ αυτό στη στέλνω. Αν έχεις την καλοσύνη, να συμπληρώσεις τα κενά.
Φέτος κάψανε πάλι όλες τις συμφωνίες – του πράσινου με το γαλάζιο, του ιώδους με το υπόλευκο, τη δική μας. Πρόλαβα και φύτεψα καινούργιες να θεριέψουν με τα πρώτα δάκρυα του νέου χρόνου.
Ό,τι αγαπούσα στέρεψε.
Σου γράφω απ’ τη μέση του ωκεανού, τριγυρισμένη από πολύτιμα δυσεύρετα κοχύλια. Κανείς δε νοιάζεται. Από ποιόν να ζητήσω τα εύρετρα;
Εδώ στα βαθιά, τουλάχιστον, δεν κινδυνεύω να πιάσω πάτο. Είναι λίγο κουραστικό, αλλά θα συνηθίσω.
Πιάνο μελαγχολία
βιολί καθημερινότητα
φλάουτο παράπονο
κιθάρα σιωπή
λύρα λύπη.
Κάτι λείπει.
Σε μοναξιά υπόκρουση
πώς ν’ ακουστεί η συμφωνία.
βιολί καθημερινότητα
φλάουτο παράπονο
κιθάρα σιωπή
λύρα λύπη.
Κάτι λείπει.
Σε μοναξιά υπόκρουση
πώς ν’ ακουστεί η συμφωνία.
Πεθύμησα ένα γέλιο λούνα-παρκ
ένα κήπο ελεήμονα
με τρυφερή σκουριά
έστω μια παιδική χαρά
ανίκατε μάχαν.
Οι τριαντάφυλλες πληγές
αιμορραγούν απόσταση.
Κάνω πως δεν καταλαβαίνω
το αδυσώπητο της λεπτολόγας υπομονής
και παίρνω μαζί μου
ένα κομμάτι
νύχτα για το δρόμο.
Μην πεινάσω…
ένα κήπο ελεήμονα
με τρυφερή σκουριά
έστω μια παιδική χαρά
ανίκατε μάχαν.
Οι τριαντάφυλλες πληγές
αιμορραγούν απόσταση.
Κάνω πως δεν καταλαβαίνω
το αδυσώπητο της λεπτολόγας υπομονής
και παίρνω μαζί μου
ένα κομμάτι
νύχτα για το δρόμο.
Μην πεινάσω…
Πάω εκδρομή
χωρίς παράπονες αποσκευές
από αγριολούλουδο παρακαμπτήριο
να σε προφθάσω πριν
απ’ τη στροφή και το γκρεμό
της λήθης.
Τα γραμμένα φιλιά ανεμίζουν
στο κασκόλ της μέρας
που γδύνεται σε ποτάμια ταξίδια.
Στις όχθες σκάει το κυματάκι απελπισία
χαϊδεύοντας χαμόκλαδες υποσχέσεις
και αγκάθια μέλλον.
Περίμενέ με!
Ηρώδης ήλιος κυνηγάει
τη σκιά μου.
Σε λίγο δώδεκα ακριβώς.
Θα 'ρθω κι εγώ μαζί σου!
Θα βγω απ’ το όνειρό μου
να μπω στον εφιάλτη σου.
χωρίς παράπονες αποσκευές
από αγριολούλουδο παρακαμπτήριο
να σε προφθάσω πριν
απ’ τη στροφή και το γκρεμό
της λήθης.
Τα γραμμένα φιλιά ανεμίζουν
στο κασκόλ της μέρας
που γδύνεται σε ποτάμια ταξίδια.
Στις όχθες σκάει το κυματάκι απελπισία
χαϊδεύοντας χαμόκλαδες υποσχέσεις
και αγκάθια μέλλον.
Περίμενέ με!
Ηρώδης ήλιος κυνηγάει
τη σκιά μου.
Σε λίγο δώδεκα ακριβώς.
Θα 'ρθω κι εγώ μαζί σου!
Θα βγω απ’ το όνειρό μου
να μπω στον εφιάλτη σου.
Καταπίνω
τη νικοτίνη της έξαψης
–κι αυτή έχει
συνέχεια κόκκινα μάγουλα.
Φουσκώνει το αερόστατο
και μου ξεφεύγει σε πόθους βουνά.
Ένα αεροδρόμιο για την
ψυχή μου να κυματίζει
τα χρωματιστά της,
ως πενιχρή ανταμοιβή
της καθημερινής επαιτείας μου
αναζητώ.
τη νικοτίνη της έξαψης
–κι αυτή έχει
συνέχεια κόκκινα μάγουλα.
Φουσκώνει το αερόστατο
και μου ξεφεύγει σε πόθους βουνά.
Ένα αεροδρόμιο για την
ψυχή μου να κυματίζει
τα χρωματιστά της,
ως πενιχρή ανταμοιβή
της καθημερινής επαιτείας μου
αναζητώ.
Χαμω-γελάει η μέρα όταν πεθαίνει.
Το πένθος της βάφεται μπλε,
φούξια, μενεξελί και μωβ.
Στο κάτω-κάτω
μπορεί και να 'ναι
μια πολύ χαρούμενη υπόθεση
το Τέλος.
Το πένθος της βάφεται μπλε,
φούξια, μενεξελί και μωβ.
Στο κάτω-κάτω
μπορεί και να 'ναι
μια πολύ χαρούμενη υπόθεση
το Τέλος.
Σ’ αυτή την οφθαλμαπάτη ζωή
όλο μπερδεύομαι ξεχνιέμαι
και κάνω να τηλεφωνήσω στη μαμά
ν’ αγαπηθώ ξανά.
Δεν τη βλέπω πια ούτε
στον ύπνο μου.
–Ντρέπομαι μανούλα να μην
έχω ένα όνειρο αναψυκτικό
να σε κεράσω.
Έρχεσαι από τόσο μακριά
διψασμένη
να μάθεις νέα μου!...
όλο μπερδεύομαι ξεχνιέμαι
και κάνω να τηλεφωνήσω στη μαμά
ν’ αγαπηθώ ξανά.
Δεν τη βλέπω πια ούτε
στον ύπνο μου.
–Ντρέπομαι μανούλα να μην
έχω ένα όνειρο αναψυκτικό
να σε κεράσω.
Έρχεσαι από τόσο μακριά
διψασμένη
να μάθεις νέα μου!...
Στην οπτασία που δεν μεταμφιέζεται,
με το χάραμα του νου και χαλαρό ακόμα το χαμόγελο της νύχτας,
εκεί, στη στροφή της ύλης,
σε χτυπάει ο ενάντιος έρωτας με εκτυφλωτικά
κι ο τυφλοπόντικας Εύβουλος αποσβολώνεται.
Στο ρεύμα ανάμεσα
κενού και αντικατοπτρισμού
πώς να μην την αρπάξεις;
Τη ζωή.
Τον πνιγμένο εαυτό σου
απ’ τα μαλλιά,
αργότερα.
με το χάραμα του νου και χαλαρό ακόμα το χαμόγελο της νύχτας,
εκεί, στη στροφή της ύλης,
σε χτυπάει ο ενάντιος έρωτας με εκτυφλωτικά
κι ο τυφλοπόντικας Εύβουλος αποσβολώνεται.
Στο ρεύμα ανάμεσα
κενού και αντικατοπτρισμού
πώς να μην την αρπάξεις;
Τη ζωή.
Τον πνιγμένο εαυτό σου
απ’ τα μαλλιά,
αργότερα.
Κάτι με σπρώχνει στην ψευδαίσθηση
πως παίζω δήθεν στην επιθεώρηση.
Των αισθημάτων σου.
Έχω τον πρώτο ρόλο
μπροστά σε άδεια καθίσματα
και να μην ξέρω πότε βγαίνω.
Απ’ τη ζωή σου.
Ουρές απ’ εξω, στο κλειστό ταμείο
της καρδιάς σου.
Ούτε διάλειμμα ούτε και τέλος
έχει αυτό το έργο.
Καλύτερα να φύγω
από την πίσω πόρτα.
Των κομπάρσων.
πως παίζω δήθεν στην επιθεώρηση.
Των αισθημάτων σου.
Έχω τον πρώτο ρόλο
μπροστά σε άδεια καθίσματα
και να μην ξέρω πότε βγαίνω.
Απ’ τη ζωή σου.
Ουρές απ’ εξω, στο κλειστό ταμείο
της καρδιάς σου.
Ούτε διάλειμμα ούτε και τέλος
έχει αυτό το έργο.
Καλύτερα να φύγω
από την πίσω πόρτα.
Των κομπάρσων.
Πνίγηκε κάποιος στη λίμνη χθες το βράδυ.
Η αναστάτωση του συνεργείου
επισκιάζει το ακάλεστο πένθος
σαν σμήνος κοράκων πάνω
απ’ τα σιταροχώραφα του Βαν Γκογκ.
Το έργο θα μείνει στη μέση.
Αν με δεις κάτω απ’ τα φώτα
τη ζωή μου ντουμπλάρω
να ξεχρεώσω από τώρα
τους πιστωτές του Τέλους.
Η αναστάτωση του συνεργείου
επισκιάζει το ακάλεστο πένθος
σαν σμήνος κοράκων πάνω
απ’ τα σιταροχώραφα του Βαν Γκογκ.
Το έργο θα μείνει στη μέση.
Αν με δεις κάτω απ’ τα φώτα
τη ζωή μου ντουμπλάρω
να ξεχρεώσω από τώρα
τους πιστωτές του Τέλους.
Αλλέγκρο μα νον τρόπο
με τρόπο, σας παρακαλώ:
προέρχομαι από συμφωνία
σε συ μείζονα θλίψη.
Τώρα που γνωριστήκαμε,
πέστε μου ένα χρώμα
για τον Έρωτα.
Φανείτε πιο πρωτότυποι
από το κόκκινο, αν είναι δυνατόν.
Με δοτική απόλυτο σκοτάδι
συντάσσεται – για να σας βοηθήσω…
με τρόπο, σας παρακαλώ:
προέρχομαι από συμφωνία
σε συ μείζονα θλίψη.
Τώρα που γνωριστήκαμε,
πέστε μου ένα χρώμα
για τον Έρωτα.
Φανείτε πιο πρωτότυποι
από το κόκκινο, αν είναι δυνατόν.
Με δοτική απόλυτο σκοτάδι
συντάσσεται – για να σας βοηθήσω…
Φεύγω απ’ τον έρημο σταθμό
και βάζοντας το χέρι στην τσέπη
ενώ στην ουσία ψάχνω το δικό σου
είναι σαν να θέλω να φυλάξω
τη φωτογραφία της ζωή μου.
Στο τελευταίο πλάνο δεν θα ‘χω
λόγο: παίζω πλάτη.
Και καθώς απομακρύνομαι στη σιωπή
του αβέβαιου μέλλοντος
θα πέσουν οι άχρηστοι τίτλοι
και το σημαίνον Τέλος.
Συνώνυμο της έλξης
είναι το κενό.
Και όσα μας μαθαίνουν στο σχολείο
ανώμαλοι χρόνοι κι ανώφελες γραμματικές
για το καλάθι των αχρήστων.
Αισθημάτων.
και βάζοντας το χέρι στην τσέπη
ενώ στην ουσία ψάχνω το δικό σου
είναι σαν να θέλω να φυλάξω
τη φωτογραφία της ζωή μου.
Στο τελευταίο πλάνο δεν θα ‘χω
λόγο: παίζω πλάτη.
Και καθώς απομακρύνομαι στη σιωπή
του αβέβαιου μέλλοντος
θα πέσουν οι άχρηστοι τίτλοι
και το σημαίνον Τέλος.
Συνώνυμο της έλξης
είναι το κενό.
Και όσα μας μαθαίνουν στο σχολείο
ανώμαλοι χρόνοι κι ανώφελες γραμματικές
για το καλάθι των αχρήστων.
Αισθημάτων.
Ναι, τον είδα σου λέω!
Χωρίς να με δει βέβαια…
Είναι να τον λυπάσαι
σαν Βέρθερος χωρίς αυτοκτονία.
Κι εγώ χάλια είμαι εδώ κάτω, άστα…
Ντουμπλίρ της Κάρμεν
χωρίς ταυρομάχο
με φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Δεν ξέρω
αν τελειώσει αυτό το έργο…
Χωρίς να με δει βέβαια…
Είναι να τον λυπάσαι
σαν Βέρθερος χωρίς αυτοκτονία.
Κι εγώ χάλια είμαι εδώ κάτω, άστα…
Ντουμπλίρ της Κάρμεν
χωρίς ταυρομάχο
με φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Δεν ξέρω
αν τελειώσει αυτό το έργο…
Δεν είναι ανάγκη να πας
στο τσίρκο για να μάθεις
τι θα πει ακροβασία.
Το σταυρόλεξο της ζωής σου
ένα τεντωμένο σχοινί
οριζοντίως και καθέτως.
Ο νήπιος υπαινιγμός ξεθάρρεψε.
Ο έφηβος πόθος ωρίμασε.
Σε θέλω.
στο τσίρκο για να μάθεις
τι θα πει ακροβασία.
Το σταυρόλεξο της ζωής σου
ένα τεντωμένο σχοινί
οριζοντίως και καθέτως.
Ο νήπιος υπαινιγμός ξεθάρρεψε.
Ο έφηβος πόθος ωρίμασε.
Σε θέλω.
Τα ‘χεις κάνει πλακάκια
με το Εφήμερο για να με δελεάζει.
Κάθε νύχτα με στήνουνε στον τοίχο
όλα τα ναι που δεν σου είπα.
Αποδημητικά φιλιά
αράχνη μνήμη
σε χάραμά(δα) πείσμα
έχω σφηνώσει.
Εκδρομές αναμνήσεις
εκδορές ψυχή μου
Είναι που δεν μπορείς κι εσύ
λίγο πιο συχνά απ’ το τίποτα.
Είμαι ακόμα στην εντατική των αισθήσεων
περιμένοντας την ευθανασία
μιας πρόφασης.
Ζεσταίνω χθεσινό φαϊ
με κρύα καρδιά.
με το Εφήμερο για να με δελεάζει.
Κάθε νύχτα με στήνουνε στον τοίχο
όλα τα ναι που δεν σου είπα.
Αποδημητικά φιλιά
αράχνη μνήμη
σε χάραμά(δα) πείσμα
έχω σφηνώσει.
Εκδρομές αναμνήσεις
εκδορές ψυχή μου
Είναι που δεν μπορείς κι εσύ
λίγο πιο συχνά απ’ το τίποτα.
Είμαι ακόμα στην εντατική των αισθήσεων
περιμένοντας την ευθανασία
μιας πρόφασης.
Ζεσταίνω χθεσινό φαϊ
με κρύα καρδιά.
Αγγίζ-
Ελπίζ-
Ανθίζ-
Σφραγίζ-
Ραγίζ-
Μπορεί και να ήρθες.
Πάντως δεν με βρήκες.
Σκέψου λοιπόν τον Άμλετ
αφού ζεις το
αντίστροφό του: τέλμΑ.
Ελπίζ-
Ανθίζ-
Σφραγίζ-
Ραγίζ-
Μπορεί και να ήρθες.
Πάντως δεν με βρήκες.
Σκέψου λοιπόν τον Άμλετ
αφού ζεις το
αντίστροφό του: τέλμΑ.
Με το πέρασμα του χρόνου η μνήμη
ετοιμάζει καρφιά για την έκπληκτη
αθωότητα του πεπτωκότος αγγέλου.
Η ζωή δεν είναι παρά ένα απελπισμένο
φρένο στο γκρεμό
του πιο περήφανου αινίγματος.
Μόνο και μόνο για να ισορροπούν
οι ανάλογίες μεταξύ
ουρανού και γης
ονείρων και ανθρώπων
έρχεται τώρα μία θλίψη να ξεκουραστεί
στο κατώφλι του παλιού όρκου.
ετοιμάζει καρφιά για την έκπληκτη
αθωότητα του πεπτωκότος αγγέλου.
Η ζωή δεν είναι παρά ένα απελπισμένο
φρένο στο γκρεμό
του πιο περήφανου αινίγματος.
Μόνο και μόνο για να ισορροπούν
οι ανάλογίες μεταξύ
ουρανού και γης
ονείρων και ανθρώπων
έρχεται τώρα μία θλίψη να ξεκουραστεί
στο κατώφλι του παλιού όρκου.
Τα νέα μου ίδια με τα παλιά.
Κι εγώ με τα αμφίβια
πουλάω τα χρόνια μου
στα παζάρια του κόσμου
σαν στοίχημα χαμένο
μήπως πετύχω σε καλή τιμή
μια νύχτα μόνο
για να στη χαρίσω.
Δηλητήρια έλλειψη
μέσα στο φθινόπωρο σώμα.
Χειμώνα – καλοκαίρι
ο κήπος πάντοτε αιθεροβάμων.
Επειδή ποτέ δεν κουραζόσουνα
να μου ταϊζεις τα όνειρα
και να μου ποτίζεις τα παραμύθια.
Τώρα φοράω καλού – κακού
τα χειμωνιάτικα αισθήματα.
Τα αδιάβροχα.
Κι εγώ με τα αμφίβια
πουλάω τα χρόνια μου
στα παζάρια του κόσμου
σαν στοίχημα χαμένο
μήπως πετύχω σε καλή τιμή
μια νύχτα μόνο
για να στη χαρίσω.
Δηλητήρια έλλειψη
μέσα στο φθινόπωρο σώμα.
Χειμώνα – καλοκαίρι
ο κήπος πάντοτε αιθεροβάμων.
Επειδή ποτέ δεν κουραζόσουνα
να μου ταϊζεις τα όνειρα
και να μου ποτίζεις τα παραμύθια.
Τώρα φοράω καλού – κακού
τα χειμωνιάτικα αισθήματα.
Τα αδιάβροχα.
Ως κόρην οφθαλμού φυλάγω
κειμήλια φρούτα –
τους καρπούς της ένωσής μας –
εφήμερης επιδρομής τυχάρπαστων ερώτων.
Δασεία σπανιότης η συγκομιδή
οξέως ακριβοθώρητη, εμπαίζει
τώρα τη μονοτονική ζωή μου.
Εξαιρείται η θάλασσα μνήμη.
κειμήλια φρούτα –
τους καρπούς της ένωσής μας –
εφήμερης επιδρομής τυχάρπαστων ερώτων.
Δασεία σπανιότης η συγκομιδή
οξέως ακριβοθώρητη, εμπαίζει
τώρα τη μονοτονική ζωή μου.
Εξαιρείται η θάλασσα μνήμη.
Επειδή το σκέφτεσαι, είναι
σαν να μην υπάρχει.
Όταν δεν θα περνάει απ’ το μυαλό σου
θα το ζεις.
Όπως στα διόδια,
που βγάζουμε το χέρι απ’ το παράθυρο
αλλά κοιτάμε ανυπόμονα
μπροστά, στο μέλλον κ(ε)αινό.
σαν να μην υπάρχει.
Όταν δεν θα περνάει απ’ το μυαλό σου
θα το ζεις.
Όπως στα διόδια,
που βγάζουμε το χέρι απ’ το παράθυρο
αλλά κοιτάμε ανυπόμονα
μπροστά, στο μέλλον κ(ε)αινό.
Μέσα στα νεκροταφεία, τα μεσάνυχτα,
κάποιος κρεμάει την πινακίδα
«Έξοδος Κινδύνου».
Για τους τολμηρούς.
κάποιος κρεμάει την πινακίδα
«Έξοδος Κινδύνου».
Για τους τολμηρούς.
Κρίμα, δεν την προλάβατε!...
Ανήμερα Πίστεως και Ελπίδος
πήραν τη σακοφάγο.
Ήτανε σαρκοβόρα η προσευχή της
και δεν καθυστέρησε.
Έλεγε πως σας φύλαξε
κάτι που αφήνατε συνέχεια
για μετά.
Ελάτε, μια στιγμή, να σας το δείξω.
Προσέξτε εδώ: ένα σκαλί
μετά την αυταπάτη.
Ανήμερα Πίστεως και Ελπίδος
πήραν τη σακοφάγο.
Ήτανε σαρκοβόρα η προσευχή της
και δεν καθυστέρησε.
Έλεγε πως σας φύλαξε
κάτι που αφήνατε συνέχεια
για μετά.
Ελάτε, μια στιγμή, να σας το δείξω.
Προσέξτε εδώ: ένα σκαλί
μετά την αυταπάτη.
Ήρθαν στο ραντεβού μας συνεπέστατοι:
Οι ζωντανοί κισσοί της ηδυπάθειας
Τ’ αστραπιαία γεύματα και τα πεταχτά φιλιά.
Τα δειλινά βλέμματα βαθιά σχεδόν σκοτεινεμένα.
Οι ταπεινόφρονες αναμονές – κυκλάμινα
με υπαινικτικά γερμένο το κεφάλι.
Οι μοιρασμένες αγκαλιές παραδομένες στη λήθη.
Οι νηπενθείς καλόβολες αναβολές
με το μοιραία Επερχόμενο από κοντά.
Τα φυλαχτά χάδια μόνα τους
μούσκεμα στον ιδρώτα της απογείωσης.
Κι εκείνοι οι διπρόσωποι εφιάλτες
οι μεταμφιεσμένοι σε γαϊτανάκι.
Απάνω που τακτοποιήθηκαν,
έλα εσύ τώρα να τους μιλήσεις
για τη μετακόμιση.
Οι ζωντανοί κισσοί της ηδυπάθειας
Τ’ αστραπιαία γεύματα και τα πεταχτά φιλιά.
Τα δειλινά βλέμματα βαθιά σχεδόν σκοτεινεμένα.
Οι ταπεινόφρονες αναμονές – κυκλάμινα
με υπαινικτικά γερμένο το κεφάλι.
Οι μοιρασμένες αγκαλιές παραδομένες στη λήθη.
Οι νηπενθείς καλόβολες αναβολές
με το μοιραία Επερχόμενο από κοντά.
Τα φυλαχτά χάδια μόνα τους
μούσκεμα στον ιδρώτα της απογείωσης.
Κι εκείνοι οι διπρόσωποι εφιάλτες
οι μεταμφιεσμένοι σε γαϊτανάκι.
Απάνω που τακτοποιήθηκαν,
έλα εσύ τώρα να τους μιλήσεις
για τη μετακόμιση.
Και ποιός νομίζει πως είναι
ο Έ ρωτας;
Ένα πελώριο μες στο κενό
ερωτηματικό
που πήρε αύξηση και καμαρώνει.
ο Έ ρωτας;
Ένα πελώριο μες στο κενό
ερωτηματικό
που πήρε αύξηση και καμαρώνει.
Δε γίνεται και τα δύο:
ή θα ζεις ή θα ονειρεύεσαι.
Λίγο να ξέρεις από στροφές
και να ‘χεις ακουστά
για όρκους,
καλωσόρισες στο Λαβύρινθο.
Είμαι η Αριάδνη σου
αλλά δε θες να το πιστέψεις.
ή θα ζεις ή θα ονειρεύεσαι.
Λίγο να ξέρεις από στροφές
και να ‘χεις ακουστά
για όρκους,
καλωσόρισες στο Λαβύρινθο.
Είμαι η Αριάδνη σου
αλλά δε θες να το πιστέψεις.
Είμαι το δέντρο σου.
Με ρίζες – νου και λογική
που το κρατούν γερά στη γη
κορμό – κορμί ταλαίπωρο
ανάμεσα στο
να σταθώ και να πετάξω
κλαδιά για τα χάδια αχειροποίητα
και φύλλα φιλιά του ανέμου
έρμαια των παθών με πόθο
αειθαλή για το φεγγάρι.
Εγώ είμαι με τα φυλλοβόλα
που δεν πουλάνε φύλλα,
που εξαργυρώνουνε την πτώση τους
με ην οδύνη
της οπωσδήποτε επιστροφής.
Κάθε άνοιξη
μια αλύπητη επί
τον τύπον των ήλων
διαδικασία.
Με ρίζες – νου και λογική
που το κρατούν γερά στη γη
κορμό – κορμί ταλαίπωρο
ανάμεσα στο
να σταθώ και να πετάξω
κλαδιά για τα χάδια αχειροποίητα
και φύλλα φιλιά του ανέμου
έρμαια των παθών με πόθο
αειθαλή για το φεγγάρι.
Εγώ είμαι με τα φυλλοβόλα
που δεν πουλάνε φύλλα,
που εξαργυρώνουνε την πτώση τους
με ην οδύνη
της οπωσδήποτε επιστροφής.
Κάθε άνοιξη
μια αλύπητη επί
τον τύπον των ήλων
διαδικασία.
Θα σε αφήσω στο έλος της ερημιάς σου.
Χωρίς ηχώ και χωρίς γέφυρες.
Να δούμε πότε
θα μάθεις να λες καλημέρα
και να το εννοείς.
Αλλιώς, καλά θα κάνεις
να μαζέψεις τα κουρέλια σου
να ‘χεις να ντύνεις την ανάγκη αδυναμία.
Χωρίς ηχώ και χωρίς γέφυρες.
Να δούμε πότε
θα μάθεις να λες καλημέρα
και να το εννοείς.
Αλλιώς, καλά θα κάνεις
να μαζέψεις τα κουρέλια σου
να ‘χεις να ντύνεις την ανάγκη αδυναμία.
Ναι, άφησες
την πόρτα ανοιχτή. Μα
μην κοιτάξεις πίσω:
θα γίνεις στήλη άλατος.
Και το αλάτι όπως ξέρεις
κάνει κακό στην πίεση.
Της μνήμης.
την πόρτα ανοιχτή. Μα
μην κοιτάξεις πίσω:
θα γίνεις στήλη άλατος.
Και το αλάτι όπως ξέρεις
κάνει κακό στην πίεση.
Της μνήμης.
Αν το πρωί που βγαίνεις
απ’ το σπίτι
έχεις την αίσθηση
πως κάτι ξέχασες,
εγώ σου το ‘χω κλέψει.
Γιατί, εσύ τι έκανες
τόσον καιρό μπροστά στα μάτια μου;
Αφού εσύ κι εγώ
απουσιάζουμε τις νύχτες,
χορεύουν τα ποντίκια των ημερών μας
επί πτωμάτων αναμνήσεων.
Η πολιορκία έληξε.
Θύματα εκατέρωθεν.
Σήμερα βγάζω περίπατο
τις πολυκαιρισμένες μου πληγές
να τις ιδεί κι ο ήλιος.
Μπορεί να με αναγνωρίσεις.
απ’ το σπίτι
έχεις την αίσθηση
πως κάτι ξέχασες,
εγώ σου το ‘χω κλέψει.
Γιατί, εσύ τι έκανες
τόσον καιρό μπροστά στα μάτια μου;
Αφού εσύ κι εγώ
απουσιάζουμε τις νύχτες,
χορεύουν τα ποντίκια των ημερών μας
επί πτωμάτων αναμνήσεων.
Η πολιορκία έληξε.
Θύματα εκατέρωθεν.
Σήμερα βγάζω περίπατο
τις πολυκαιρισμένες μου πληγές
να τις ιδεί κι ο ήλιος.
Μπορεί να με αναγνωρίσεις.
Θα γυρίσω, σου λέω, θα γυρίσω!
Να μην το πάρεις για απειλή:
Θα γυρίσω.
Σελίδα.
Καταπίνω ένα βαλσάκι αγκαλιά
να χάνομαι αφού
δεν θέλεις πια να με χορέψεις.
Να μου θύμιζε κάποιος το σκοπό!...
Κλείνω τα μάτια και περιμένω
με λαχτάρα το γύρισμα.
Της τύχης μου.
Να μην το πάρεις για απειλή:
Θα γυρίσω.
Σελίδα.
Καταπίνω ένα βαλσάκι αγκαλιά
να χάνομαι αφού
δεν θέλεις πια να με χορέψεις.
Να μου θύμιζε κάποιος το σκοπό!...
Κλείνω τα μάτια και περιμένω
με λαχτάρα το γύρισμα.
Της τύχης μου.
Φοράω πάλι σήμερα
τη δίβουλη στολή της καταδίκης.
Στενή μου πέφτει στην καρδιά
και το ένστικτο δεν της πάει.
Οι ρίγες οριζόντια κύματα και κάθετες ανατολές.
Χρόνος και χρήση του 0-0 – πάω πάλι
για άκαρπη ισοπαλία. Σε ξένο γήπεδο.
Κι έχω όλη τη νύχτα.
(Μπροστά μου – όχι δικιά μου.)
Φαίνεται πως ποτέ δεν θα μάθω, αν είναι
για το πάντα ή για το πολύ
που δε με θέλεις.
τη δίβουλη στολή της καταδίκης.
Στενή μου πέφτει στην καρδιά
και το ένστικτο δεν της πάει.
Οι ρίγες οριζόντια κύματα και κάθετες ανατολές.
Χρόνος και χρήση του 0-0 – πάω πάλι
για άκαρπη ισοπαλία. Σε ξένο γήπεδο.
Κι έχω όλη τη νύχτα.
(Μπροστά μου – όχι δικιά μου.)
Φαίνεται πως ποτέ δεν θα μάθω, αν είναι
για το πάντα ή για το πολύ
που δε με θέλεις.
Η δοτική της δύσης μου
μεγάλωσε την αιτιατική σκιά σου.
Εσύ στις γενικές είχες ανέκαθεν αδυναμία
εγώ συνήθισα στην υποτακτική των πτώσεων:
από το «δε μετανιώνω» στο «δε θυμάμαι».
Ενεστώς ακροβάτης διαρκείας
αγνώστου.
Διαμετρήματος.
Ταυτότητα τραύματος διαμπερούς.
Μέλλων πόθος Αόριστος έρωτας
Παρακείμενος ενέδρα
Υπερ-συν-τελικος φάση
ολικής έλλειψης.
Παρατατικός παρατεταμένη βάσανος μνήμη.
μεγάλωσε την αιτιατική σκιά σου.
Εσύ στις γενικές είχες ανέκαθεν αδυναμία
εγώ συνήθισα στην υποτακτική των πτώσεων:
από το «δε μετανιώνω» στο «δε θυμάμαι».
Ενεστώς ακροβάτης διαρκείας
αγνώστου.
Διαμετρήματος.
Ταυτότητα τραύματος διαμπερούς.
Μέλλων πόθος Αόριστος έρωτας
Παρακείμενος ενέδρα
Υπερ-συν-τελικος φάση
ολικής έλλειψης.
Παρατατικός παρατεταμένη βάσανος μνήμη.
Έφυγες και δεν πρόλαβα να σου μετρήσω
τριάκοντα αργύρια.
Τόσα έμειναν απ’ τις
νεφέλες αποταμιεύσεις.
Με την υποτίμηση μπορεί
να μου ‘ρθει λίγο πιο ακριβά.
Έχω πολλές ακάλυπτες.
Υποταγές.
Κι έναν πόθο στο βορεινό μπαλκόνι
που δεν λέει να μαραθεί.
Εμείς, αλήθεια, τι έχουμε,
κοινό ή ανοιχτό λογαριασμό;
τριάκοντα αργύρια.
Τόσα έμειναν απ’ τις
νεφέλες αποταμιεύσεις.
Με την υποτίμηση μπορεί
να μου ‘ρθει λίγο πιο ακριβά.
Έχω πολλές ακάλυπτες.
Υποταγές.
Κι έναν πόθο στο βορεινό μπαλκόνι
που δεν λέει να μαραθεί.
Εμείς, αλήθεια, τι έχουμε,
κοινό ή ανοιχτό λογαριασμό;
Εντάξει, εσύ
δε λες λόγια,
βάζω αποσιωπητικά
σαν τις πατημασιές
του ανυποψίαστου σκίουρου … … … … …
Οι παγίδες δεν φαίνονται κάτω
απ’ το απροσπέλαστο χιόνι
της καρδιάς σου.
δε λες λόγια,
βάζω αποσιωπητικά
σαν τις πατημασιές
του ανυποψίαστου σκίουρου … … … … …
Οι παγίδες δεν φαίνονται κάτω
απ’ το απροσπέλαστο χιόνι
της καρδιάς σου.
Το ξέρω, κι εσένα σ’ άφησα μισό:
σου πήρα τη λαχτάρα μου.
Φυσάει τώρα στ’ αριστερά σου
πλευρίτης καιρός
κι είσαι στο ρεύμα ανάμεσα
προδοσία και μεταμέλεια.
Πάντως ούτε και σήμερα θα πνεύσουν
άνεμοι να συναντηθούμε μεσοπέλαγα.
Πάρε τουλάχιστον το μισό
πόνο μου να νιώσεις.
Μη μένεις άπονος και μου κακομαθαίνεις…
σου πήρα τη λαχτάρα μου.
Φυσάει τώρα στ’ αριστερά σου
πλευρίτης καιρός
κι είσαι στο ρεύμα ανάμεσα
προδοσία και μεταμέλεια.
Πάντως ούτε και σήμερα θα πνεύσουν
άνεμοι να συναντηθούμε μεσοπέλαγα.
Πάρε τουλάχιστον το μισό
πόνο μου να νιώσεις.
Μη μένεις άπονος και μου κακομαθαίνεις…
Για να μην πιάσω πάλι
τον τηλεφωνικό κατάλογο με τα ονόματά σου
διαβάζω τις οδηγίες για το πλυντήριο
της ψυχής. Έχει
παλιώσει απ’ την αχρησία.
Σεντόνια χάδια χωριστά
από τα όνειρα φιλιά.
Θα βάλω το πρόγραμμα χωρίς τύψη-μο
να μου τα βγάλει ατσαλάκωτα.
Έχω να πλύνω και στο χέρι
τα μαξιλάρια ηδονές
που ‘ναι ευαίσθητα
και τα σφιχταγκαλιάσματα
που κάνουν γέφυρα
με το κλεπταποδόχο χάραμα.
τον τηλεφωνικό κατάλογο με τα ονόματά σου
διαβάζω τις οδηγίες για το πλυντήριο
της ψυχής. Έχει
παλιώσει απ’ την αχρησία.
Σεντόνια χάδια χωριστά
από τα όνειρα φιλιά.
Θα βάλω το πρόγραμμα χωρίς τύψη-μο
να μου τα βγάλει ατσαλάκωτα.
Έχω να πλύνω και στο χέρι
τα μαξιλάρια ηδονές
που ‘ναι ευαίσθητα
και τα σφιχταγκαλιάσματα
που κάνουν γέφυρα
με το κλεπταποδόχο χάραμα.
Έχω θυμό χωρίς χυμό.
Μια θλίψη διάδοχος σου πήρε
τη θέση και εσύ
όχι μόνο δεν διαμαρτύρεσαι
αλλά της δίνεις και θάρρος
να μ’ ανέβει στο κρεβάτι.
Μια δύση ανατολή
με υποδέχεται κάθε πρωί.
Σε αρραβώνα πόνο μ’ έχεις λογοδοσμένη.
Μια θλίψη διάδοχος σου πήρε
τη θέση και εσύ
όχι μόνο δεν διαμαρτύρεσαι
αλλά της δίνεις και θάρρος
να μ’ ανέβει στο κρεβάτι.
Μια δύση ανατολή
με υποδέχεται κάθε πρωί.
Σε αρραβώνα πόνο μ’ έχεις λογοδοσμένη.
Ανάμεσα στο πάντα και το ποτέ,
με δυο λόγια να μου πεις
τώρα τι κάνουμε.
Έχω κι αυτόν
τον ημισφαίριο πόθο
που βαυκαλίζεται πως θα ιαθεί
αν γίνει
έτερον ήμισυ.
Τρέμω μήπως με παραδώσεις
στην φλυαρία της αιωνιότητας.
με δυο λόγια να μου πεις
τώρα τι κάνουμε.
Έχω κι αυτόν
τον ημισφαίριο πόθο
που βαυκαλίζεται πως θα ιαθεί
αν γίνει
έτερον ήμισυ.
Τρέμω μήπως με παραδώσεις
στην φλυαρία της αιωνιότητας.
Σου στέλνω δυο ζευγάρια–
ξεπουπουλιασμένα αλλά
την κάνουν τη δουλειά τους.
Εσένα μπορεί να σου χρειαστούν.
Εγώ δεν πρόκειται πια να πετάξω.
Κοίτα μόνο να μην
εκτίθεσαι στα ρεύματα
της λήθης.
ξεπουπουλιασμένα αλλά
την κάνουν τη δουλειά τους.
Εσένα μπορεί να σου χρειαστούν.
Εγώ δεν πρόκειται πια να πετάξω.
Κοίτα μόνο να μην
εκτίθεσαι στα ρεύματα
της λήθης.
Μ’ έκλεισες έξω
απ’ τη ζωή σου
και δεν έχω πού να πάω
βόλτα τη μοναξιά μου.
Ξεροσταλιάζω στο ηδύποτο περίμενε.
Λίγο θέλει για να ξημερώσει:
όσο θα χρειαστούν δυο λέξεις
για ν’ ανταλλάξουν θέσεις.
Η ερημιά της απουσίας
να γίνει
απουσία της ερημιάς.
Κι εγώ σ’ αγαπάω: πιάσε κόκκινο!
απ’ τη ζωή σου
και δεν έχω πού να πάω
βόλτα τη μοναξιά μου.
Ξεροσταλιάζω στο ηδύποτο περίμενε.
Λίγο θέλει για να ξημερώσει:
όσο θα χρειαστούν δυο λέξεις
για ν’ ανταλλάξουν θέσεις.
Η ερημιά της απουσίας
να γίνει
απουσία της ερημιάς.
Κι εγώ σ’ αγαπάω: πιάσε κόκκινο!
Δεν βγαίνω έξω πια τα βράδυα.
Αφού δεν θέλεις
να σου αγοράσω θαύματα
κι εγώ δεν έχω
να ξοδέψω ενοχές.
Κάθομαι σπίτι και
στήνω ενέδρα στη σκιά σου
για να μη βγω στην ανεργία.
Της νοσταλγίας.
Ο Επικούρειος Απόλλων
έγινε άγαλμα μου είπαν
και δεν μπορεί να σπεύδει
πλέων σε
βοήθεια.
Αφού δεν θέλεις
να σου αγοράσω θαύματα
κι εγώ δεν έχω
να ξοδέψω ενοχές.
Κάθομαι σπίτι και
στήνω ενέδρα στη σκιά σου
για να μη βγω στην ανεργία.
Της νοσταλγίας.
Ο Επικούρειος Απόλλων
έγινε άγαλμα μου είπαν
και δεν μπορεί να σπεύδει
πλέων σε
βοήθεια.
Τρέφομαι με τα λόγια σου.
Ένα-ένα τα βγάζω απ’ το ψυγείο
γιατί εν θερμώ
παθαίνουν αλλοιώσεις.
Και να τελειώσουνε, τ’ αναμασώ
όπως μου έμαθες εσύ.
Κακά τα ψέματα,
δεν τρώγεται με τίποτα
ο άγουρος Γενάρης της καρδιάς σου.
Ένα-ένα τα βγάζω απ’ το ψυγείο
γιατί εν θερμώ
παθαίνουν αλλοιώσεις.
Και να τελειώσουνε, τ’ αναμασώ
όπως μου έμαθες εσύ.
Κακά τα ψέματα,
δεν τρώγεται με τίποτα
ο άγουρος Γενάρης της καρδιάς σου.
Απόψε ανοίγω πάλι την αποθήκη.
Μόνο οι μυρωδιές έχουνε μείνει.
Παλιότερα, αυτή η πόρτα
έβγαζε κατευθείαν στον κήπο
των όρκων.
Τώρα ασφυκτιούν σε χώρο δύο επί δύο
χρωματιστές πολυνήσιες πόθου,
η δολοφόνος πανσέληνος Πανδώρα
και αποξηραμένα χάδια
μες στην αχερουσία υπόσχεση.
Έχτισες αυθαίρετη μεσοτοιχία,
μου κόβεις και τη θέα στη θάλασσα
της παιδικής μου ηλικίας.
Εντάξει, εσύ ήρθες.
Ο ποιητής τι απέγινε;
Οι ακριβές επιθυμίες.
Ποτέ ακριβείς.
Μόνο οι μυρωδιές έχουνε μείνει.
Παλιότερα, αυτή η πόρτα
έβγαζε κατευθείαν στον κήπο
των όρκων.
Τώρα ασφυκτιούν σε χώρο δύο επί δύο
χρωματιστές πολυνήσιες πόθου,
η δολοφόνος πανσέληνος Πανδώρα
και αποξηραμένα χάδια
μες στην αχερουσία υπόσχεση.
Έχτισες αυθαίρετη μεσοτοιχία,
μου κόβεις και τη θέα στη θάλασσα
της παιδικής μου ηλικίας.
Εντάξει, εσύ ήρθες.
Ο ποιητής τι απέγινε;
Οι ακριβές επιθυμίες.
Ποτέ ακριβείς.
Πώς έφτασα ως εδώ; Με απλωτές αναποδιές.
Όμως ας μην τα ρίχνω πάλι στον καιρό. Εκείνος καιροφυλακτεί. Όπως πάντα. Κι εγώ, πήγα κι έπεσα πάνω του. Όπως συνήθως.
Κάτι ψιθύρισε για λαθρεπιβάτες, με λήστεψε από το περιττό – όπως αποδείχτηκε – φορτίο και μ’ άφησε αντιμέτωπη στην αιθρία παροδικοτητα. Και με την καθυστέρηση που φόρτωσε ο νικητής στις πλάτες της τύχης μου, έχασα το λεωφορείο της δεκάτης πέμπτης Ιουλίου.
Κι απ’ όσα σου έγραψα ως τώρα τίποτα δεν ισχύει, όπως καταλαβαίνεις.
Εκ των υστέρων, να σου πω, καλύτερα: Πρώτον, γιατί τελικά δεν ξύπνησα στις πέντε το πρωί – που το σιχαίνομαι σαν τις αμφιβολίες μου, όπως ξέρεις. Κια δεύτερον, τρία ολόκληρα χρόνια σε ονειρευόμουνα νομίζοντας πως ζούμε. Τώρα, αν είναι αυτό καλό ή κακό, εσύ θα μου το πεις.
Αχ, μόλις πέρασε η στάση μου κι έχασα πάλι την ευκαιρία να κατέβω. Κι ούτε να πεις ότι μπορώ ν’ απολαύσω τη διαδρομή, γιατί κάθομαι απέναντί μου μετά από έναν αιώνα. Και τα τοπία είνια απίστευτα ίδια.
Δεν τη γνωρίζω από μέσα. Βλέπω μόνο ένα κορμί – λαχτάρα και μια ανάσα – τώρα. Ίσως θυμάται και το δέρμα και την ψυχή της.
Ήθελα να της πω συγνώμη
μα και πως σ’ αγαπώ ακόμη.
Δεν ξέρω πώς θα το πάρει και διστάζω.
Με τούτα και με κείνα, έχασα και το έργο. Λοιπόν μην περιμένεις να σου διηγηθώ την υπόθεση. Πολύ λιγότερο, βέβαια, το
Τέλος
Όμως ας μην τα ρίχνω πάλι στον καιρό. Εκείνος καιροφυλακτεί. Όπως πάντα. Κι εγώ, πήγα κι έπεσα πάνω του. Όπως συνήθως.
Κάτι ψιθύρισε για λαθρεπιβάτες, με λήστεψε από το περιττό – όπως αποδείχτηκε – φορτίο και μ’ άφησε αντιμέτωπη στην αιθρία παροδικοτητα. Και με την καθυστέρηση που φόρτωσε ο νικητής στις πλάτες της τύχης μου, έχασα το λεωφορείο της δεκάτης πέμπτης Ιουλίου.
Κι απ’ όσα σου έγραψα ως τώρα τίποτα δεν ισχύει, όπως καταλαβαίνεις.
Εκ των υστέρων, να σου πω, καλύτερα: Πρώτον, γιατί τελικά δεν ξύπνησα στις πέντε το πρωί – που το σιχαίνομαι σαν τις αμφιβολίες μου, όπως ξέρεις. Κια δεύτερον, τρία ολόκληρα χρόνια σε ονειρευόμουνα νομίζοντας πως ζούμε. Τώρα, αν είναι αυτό καλό ή κακό, εσύ θα μου το πεις.
Αχ, μόλις πέρασε η στάση μου κι έχασα πάλι την ευκαιρία να κατέβω. Κι ούτε να πεις ότι μπορώ ν’ απολαύσω τη διαδρομή, γιατί κάθομαι απέναντί μου μετά από έναν αιώνα. Και τα τοπία είνια απίστευτα ίδια.
Δεν τη γνωρίζω από μέσα. Βλέπω μόνο ένα κορμί – λαχτάρα και μια ανάσα – τώρα. Ίσως θυμάται και το δέρμα και την ψυχή της.
Ήθελα να της πω συγνώμη
μα και πως σ’ αγαπώ ακόμη.
Δεν ξέρω πώς θα το πάρει και διστάζω.
Με τούτα και με κείνα, έχασα και το έργο. Λοιπόν μην περιμένεις να σου διηγηθώ την υπόθεση. Πολύ λιγότερο, βέβαια, το
Τέλος
(ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ)
Ξαπλώνει το δρεπάνι του, με παίρνει, με λικνίζει
– το βρίσκω μεγαλόθυμο…– με κρίνει με ξεκρίνει…
Παίρνω αμπάρριζα κι εγώ να βρω τη ρίζα στο κακό
και με τα χείλη στο γκρεμό, ρωτάω.
Ρωτάω το μισοφέγγαρο
που με κοιτάει – δακρύζει…
Με μια ασημί σταγόνα του
τον πόνο φοβερίζει.
Μπαίνω, από τη φόρα μου,
στη σκοτεινή πλευρά του,
τα βλέφαρα ρίχνει στη γη –
η όψη του θανάτου!...
Παίρνει καιρό, παίρνει καημό
να μου τα ιστορήσει
στο τέλος βρίσκει το λυγμό
να μου το ψιθυρίσει:
«Υπάρχει τόση δυστυχία στη γη…
Πώς να μην περισσεύει και για σένα…;»
Ξαπλώνει το δρεπάνι του, με παίρνει, με λικνίζει
– το βρίσκω μεγαλόθυμο…– με κρίνει με ξεκρίνει…
Παίρνω αμπάρριζα κι εγώ να βρω τη ρίζα στο κακό
και με τα χείλη στο γκρεμό, ρωτάω.
Ρωτάω το μισοφέγγαρο
που με κοιτάει – δακρύζει…
Με μια ασημί σταγόνα του
τον πόνο φοβερίζει.
Μπαίνω, από τη φόρα μου,
στη σκοτεινή πλευρά του,
τα βλέφαρα ρίχνει στη γη –
η όψη του θανάτου!...
Παίρνει καιρό, παίρνει καημό
να μου τα ιστορήσει
στο τέλος βρίσκει το λυγμό
να μου το ψιθυρίσει:
«Υπάρχει τόση δυστυχία στη γη…
Πώς να μην περισσεύει και για σένα…;»
Φυλάω αγωνία πολλή
αδημονώ, τολμάω!
(Μια και δεν θέλω να φανώ
από τη φόρα την πικρή
προς την πλευρά τη σκοτεινή
κατάστηθα πετάω.)
αδημονώ, τολμάω!
(Μια και δεν θέλω να φανώ
από τη φόρα την πικρή
προς την πλευρά τη σκοτεινή
κατάστηθα πετάω.)
Στο φεγγαρίσιο του γκρεμό μιαν άλλη απάντηση γυρεύω.
(Κατά προσέγγιση ερασιτέχνης, ξαστοχώ άθελά μου την ερημιά του. Και ο έρως της τέχνης της ζωής μου μου γυρίζει ακατάδεκτος την πλάτη.)
Ξημέρωσε και το ‘χασα.
Το πρωί, στην ανατολική βεράντα, ο ήλιος ζέσταινε μια βαθυκόκκινη θριαμβευτική φρέζια, ευωδιαστή σαν παιδικό όνειρο.
Είχε και μια ασημί σταγόνα μες στα σπαθάτα φυλλαράκια της.
Subscribe to:
Posts (Atom)

