Πολύκαρπος Πολυκάρπου:
Η Ποίηση της Νανάς Τσόγκα


Βρίσκομαι σε πάρα πολύ δύσκολη θέση. Αισθάνομαι σαν να ακροπατώ πάνω σε κινούμενη άμμο, γιατί κλήθηκα εδώ να μιλήσω για μια δημιουργό που το έργο της διαμορφώνεται ακόμα και μέσα από προσωπικές περιπέτειες, που πολλές φορές είναι οδυνηρές, και μέσα από την αναγκαστική της συνύπαρξη με το συγκαιρινό μας ιστορικό γίγνεσθαι.

Το εγχείρημά μου είναι δύσκολο, επειδή τίποτα απ’ όσα θα πω δεν θα είναι τελεσίδικο, γιατί, ακόμα και την στιγμή που τα λόγια θ’ αφήνουν το «έρκος των οδόντων μου», θ’ ακυρώνονται από την ίδια την ποιητική δημιουργία, από την ίδια την «εν εξελίξει» παρουσία της ποιήτριας, από την ίδια την ανελέητη ροή της ζωής.

Σήμερα, λοιπόν, θα μιλήσουμε για ποίηση και ποιητές ---
Σήμερα θα συν-ομιλήσουμε με την ποίηση της ΝΑΝΑΣ ΤΣΟΓΚΑ --- ή αν θέλετε με την ΝΑΝΑ ΤΣΟΓΚΑ, την ποιήτρια, που έχει μέχρι σήμερα μια πορεία ανοδική, μια πορεία ωρίμανσης.

Μεταποίηση Μεταμφιέσεων, 1997

Το Ανοίκειον Κέλυφος, 2000,

η οποία διαρθρώνεται σε επιμέρους κινήσεις, σαν τα μέρη μιας μουσικής συμφωνίας: ανοίκειον κέλυφος – καταχραστής θαυμάτων – οδών ωδίνες – ο θησαυρός της ήττας – η διαρκής σύμπτωση.

Στους χαλεπούς καιρούς όπου βρεθήκαμε να διαβαίνουμε, ένας λόγος για την ποίηση ίσως μοιάζει μάταιος --- δεν είναι, όμως! Γιατί πώς μπορεί να είναι μάταια η αναφορά σε ένα ξεχωριστό ανθρώπινο γνώρισμα, ένα γνώρισμα, το οποίο, όπως λέει ο Αριστοτέλης, είναι «σύμφυτο τοις ανθρώποις»;

Η πρώτη λέξη που άρθρωσε ο άνθρωπος, ήταν μια λέξη όπου το σημαίνον και το σημαινόμενό της ταυτίζονταν τελείως. Ήταν μια λέξη όπου ήχος και νόημα ήσαν ένα και το αυτό. Ήταν μια λέξη φυσική, όχι σύμβολο. Η πρώτη ανθρώπινη λέξη, όπως υποστηρίζει ο Κρατύλος, στον ομώνυμο Πλατωνικό διάλογο, ήταν μια δήλωση ουσίας όχι μια απλή γραμματική σήμανση --- ήταν, μ’ άλλα λόγια, ΠΟΙΗΣΗ !

Δεν είναι, όμως, φριχτή πεζότητα να μιλάμε για ποίηση με όρους γλωσσολογικούς και με ψυχρές λέξεις όπως : σήμανση, σημαινόμενο και τα παρόμοια; Ας θυμηθούμε, λοιπόν, τον καβαφικό Ιάσωνα Κλεάνδρου, ο οποίος μελαγχολών, στην Κομμαγηνή, εν έτει 595 μ.Χ., ορίζει την ποίηση ως «του άλγους δοκιμή εν φαντασία και λόγω».

Η ποίηση της Νανάς, κυρίες και κύριοι, είναι πλήρης πλουσίας φαντασίας και υψηλού λόγου, το προσωπικό άλγος κρύβεται, και κρύβεται καλά, στα κενά διαστήματα των περίτεχνων στίχων, στην προσωδία των ηθελημένων, ειρωνικών ομοιοκαταληξιών τις ακαριαίες, κι απρόσμενες ανατροπές των μετέωρων φινάλε. Κι αυτό νομίζω ότι είναι το ξεχωριστό γνώρισμα της Νανάς Τσόγκα ως ποιήτριας. Αυτή η απόκρυψη, αυτή η μάσκα, αυτή η περσόνα που κρύβει το πρόσωπο και αφήνει έκθετη την ψυχή είναι, κατά την γνώμη μου, ό,τι πολυτιμότερο έχει αποκομίσει από την ενασχόλησή της με το θέατρο.

Με την ποίηση της Νανάς, έχεις την εντύπωση ότι βρίσκεσαι διαρκώς μπροστά σε μια μαγική εικόνα, νιώθεις ότι μέσα από τα σχήματα, τις επιφάνειες, τα χρώματα ακόμα, πρέπει ν’ ανακαλύψεις κάτι που κρύβεται. Κι αν είσαι τυχερός και το ανακαλύψεις, τότε, σε περιμένει μια μεγάλη έκπληξη, γιατί αυτό το κάτι που κρύβεται είναι ο εαυτό της. Είναι η ίδια που κρύβεται με μια παρθενική αιδημοσύνη που παραπέμπει στην απάρνηση του τετριμμένου, την απόρριψη του ανώφελου, στην εναγώνια θήρευση του άρρητου. Όσο περισσότερο η μαγική εικόνα αποκαλύπτει το μυστικό της, τόσο περισσότερο γνώριμα νιώθεις. Λες και συνάντησες κάποιον παλιό σου φίλο. Και τότε, η ποίηση της Νανάς, γίνεται οικεία, παρόλη την επιφανειακή ανοικειότητά της.

Είναι αυτονόητο ότι κάθε ποιητής, ακόμα και χωρίς να το θέλει, συμβάλλει στην λύση των μεγάλων προβλημάτων της ποίησης και ότι, συγκροτώντας το δικό του ποιητικό πρόσωπο, διαμορφώνει, ταυτόχρονα, και το πρόσωπο της ποίησης καθόλου. Να διερευνήσουμε, λοιπόν, το ποιητικό σύμπαν της Νανάς σε σχέση με αυτά τα προβλήματα.

Αν αληθεύει ότι ο σημερινός ποιητικός λόγος τρέφεται από την επαφή του με την καθημερινότητα, κι ότι μια πρόχειρη ματιά στην τρέχουσα ποιητική παραγωγή θα του φανερώσει αφηγηματικούς τρόπους, ανάκληση προσωπικών στιγμών, μικρές εξιστορήσεις και δραματικό μονόλογο, τότε, η ποίηση της Νανάς Τσόγκα, είναι μια ποίηση άκρως νεοτερική, γιατί περιέχει όλα αυτά τα στοιχεία σε ισχυρότατες δόσεις.

Η δεύτερη συλλογή της, Μεταποίηση Μεταμφιέσεων, αρχίζει με μια σειρά poems en prose όπου η καθημερινότητα εμφανίζεται γυμνή από στολίδια:

Βγήκα δήθεν για τσιγάρα. Στην πραγματικότητα ήθελα να σου πω μια καλημέρα.

Ήχοι γνώριμοι, οικείοι. Λέξεις κοινές, «ανήδυστες». Το τσιγάρο, η πεμπτουσία της μοναξιάς ως άλλοθι επικοινωνίας. Και η καλημέρα, η ανθρώπινη, του Θεού η καλημέρα, μετέωρη, ανεπίδοτη σαν «φωνή βοώντος εν τη ερήμω».

Θα μου πεις το δις εξαμαρτείν….
Είναι να ξοδευόμαστε ;

Ο υψηλός γνωμικός λόγος ενταγμένος στην καθημερινή χρήση χάνει το μέγεθός του αλλά διατηρεί την ειρωνική εξωτικότητά του. Στοιχείο εξόχως ποιητικό αφού, ο ειρωνικός τόνος όντας μια απόκλιση, ένα πάθος της πεζότητας, είναι γεμάτος ποιητική ενέργεια.

Αυτή ακριβώς η γύμνια, η απάρνηση κάθε ηδύσματος, αίρει την καθημερινότητα στο ύψος του δραματικού μονολόγου. Του δίσημου μονολόγου, αφού σηματοδοτεί και το θέατρο που ενυπάρχει στο δράμα της ζωής, αλλά και την έντονη ψυχική κίνηση με την οποία δηλώνεται η υπαρξιακή αναταραχή.

Συνήθισα στην άδηλη αναπνοή. Αφού ό,τι δηλώσεις είσαι,
Εγώ θα τους παραπλανήσω: αναπνέω παράνομα στη σκέψη σου,
Κλείνω το μάτι στην καινούργια μέρα σαν να είναι όλα υπό έλεγχο
Και ξεγελάω τα ανασφάλειες κλειδώνοντάς τες για να μοιάζουν
Ασφαλείας…

Η ανάκληση των προσωπικών στιγμών ανακατεύουν την επιθυμία με την θύμηση :

Πεθύμησα ένα γέλιο λούνα παρκ
Ένα κήπο ελεήμονα
Με τρυφερή σκουριά
Έστω μια παιδική χαρά
Ανίκατε μάχαν.

Με πρόδωσε εκείνη η χαραμάδα στο συρτάρι
Που έβγαζε παλιότερα
Στην κρυψώνα των φιλιών
……………………………
τον πόθο δεν τον είδα πουθενά --- άφαντος !

Ιδού αναγνωρίζω τα ίχνη
Της αρχαίας φλόγας και ανέρχομαι
Απ’ τις πολλαπλές καταδύσεις στο σώμα
των ονείρων σου ---

Και καταμεσής ανάμνησης και θύμησης φυτρώνει ο έρωτας. Ο έρωτας σαν ζητούμενο. Ο παρακλητικός έρωτας. Άσπιλος και λιτός, ο σοφόκλειος στίχος που επεμβαίνει απρόσμενα και καταλυτικά, έρως ανίκατε, ή σαν τον αφορισμό του Φιλόστρατου, Ου το εράν νόσος, αλλά το μη εράν, που αλλάζει ανατρεπτικά το κλειδί της μελωδίας προς τη μεριά πάλι της αμφίσημης ειρωνείας. Στο κάτω - κάτω τον Σοφοκλή τον ξέρουμε ποιος είναι, για τον Φιλόστρατο, τέσσερις μ’ αυτό το όνομα απαριθμούν οι γραμματολογίες. Έτσι, ο έρωτας από φωτεινή παρουσία μετουσιώνεται σε σκοτεινή απουσία, σε μαύρη τρύπα της ύπαρξης, ενώ το αγαπημένο πρόσωπο ένα άγνωστο ον που η αναζήτησή του κάθε άλλο παρά τρυφερή είναι.

Θα σε αφήσω στο έλος τα ερημιάς σου.
Χωρίς ηχώ και χωρίς γέφυρες.
Να δούμε πότε
θα μάθεις να λες καλημέρα
και να το εννοείς.

Αν το πρωί που βγαίνεις
Απ’ το σπίτι
Έχεις την αίσθηση
Πως κάτι ξέχασες,
Εγώ σου το ’χω κλέψει.
……………………………..
Πάω πάλι
για άκαρπη ισοπαλία. Σε ξένο γήπεδο.

Έξοχη μεταφορά : ο έρωτας σαν ποδοσφραιρικός αγώνας.

Κοίτα μόνο να μην
εκτίθεσαι στα ρεύματα

της λήθης

κι εγώ σ’ αγαπάω: πιάσε κόκκινο !

Κάθομαι σπίτι και
Στήνω ενέδρα στη σκιά σου
Για να μη βγω στην ανεργία.
Της νοσταλγίας.

Έκανα λάθος. Μίλησα, παραπάνω, για απουσία τρυφερότητας και τα αποσπάσματα που παρέθεσα αναιρούν την άποψή μου. Υπάρχει παντού κάτω από ένα παραπέτασμα καπνού, που άλλοτε παίρνει την όψη μαλώματος κι άλλοτε την όψη του ιδιόρρυθμου ερωτικού «νταϊλικιού», μια υποδόρια τρυφερότητα, σαν ένα συναίσθημα που ματώνει αλλά που, κατά παράξενο τρόπο, αυτοϊαίνεται. Σαν ένα παιδί που έπεσε κι έγδαρε το γόνατό του, σαλιώνει την πληγή για να πάψει να πονά. Έτσι κι εμείς, αισθανόμαστε κάτι σαν «ποιητικό σάλιο» να μαλακώνει την πληγή της απουσίας. Και το σάλιο, μην το ξεχνάτε, είναι ζωικός χυμός, όπως το αίμα, το δάκρυ, ο ιδρώτας, το σπέρμα.

Να αναρωτηθούμε τώρα. Έχει ο ποιητής προσωπικές στιγμές; Πώς είναι δυνατόν κάτι τέτοιο αφού είναι υποχρεωμένος να δημοσιοποιεί τα βαθύτερα συναισθήματά του, απαντάμε αμέσως… Η θεωρία ορίζει ότι το προσωπικό στοιχείο στην ποίηση εκβάλει στο λυρισμό. Πολιτικο-κοινωνικά απορρέει από την θέσπιση της Δημοκρατίας, η οποία εξατομικεύει τον άνθρωπο. Είναι πασίγνωστο ότι ένα από τα ισχυρότερα στοιχεία της νεοτερικότητας στην ποίηση, είναι η ελαχιστοποίηση του λυρικού και η πριμοδότηση του δραματικού, που κάνει την ποιητική πραγματικότητα να άπτεται, σχεδόν, στην πραγματική πραγματικότητα της ζωής. Δεν γίνεται, λοιπόν, ποίηση χωρίς μεγάλες ή μικρές προσωπικές στιγμές. Ποίηση, μ’ άλλα λόγια, είναι η μεταποίηση των προσωπικών στιγμών σε συγκινησιακή γλωσσική αλληλουχία - για να παραφράσω το ρηθέν υπό Ι. Α. Richards ότι «ποίηση είναι η υπέρτατη μορφή της συγκινησιακής χρήσης της γλώσσας»(1). Η διαφορά έγκειται στο πόσο και πώς αφήνει ο κάθε ποιητής να κοινωνούμε μ’ αυτές του τις στιγμές. Η Νανά, είναι σεμνή, της αρέσει να κρύβεται, να παίζει, της αρέσει, πάνω απ’ όλα, να αυτοσαρκάζεται, να ειρωνεύεται αλύπητα τον εαυτό της και τις καταστάσεις στις οποίες εμπλέκεται.

Ανάμεσα στο πάντα και το ποτέ,
Με δυο λόγια να μου πεις
Τώρα τι κάνουμε.

Εχω κι αυτόν
Τον ημισφαίριο πόθο
Που βαυκαλίζεται πως θα ιαθεί
Αν γίνει
Έτερον ήμισυ.

Ο αυτοσαρκασμός είναι το ανώτατο στάδιο της αυτογνωσίας, ποιος το είπε αυτό δεν θυμάμαι. Πρέπει όμως να είναι αλήθεια. Η γνώση του εαυτού, ζητούμενο παλιό των ανθρώπων, της τέχνης, ακόμα και των θεών, λειτουργεί εδώ, μέσα από την προβολή της προσωπικής στιγμής, μιας προσωπικής στιγμής διυλισμένης μέσα από το φασματοσκόπιο του σαρκασμού και της ειρωνείας. Πόσες λέξεις, επίθετα ή ουσιαστικά, έχετε δει ή ακούσει να στολίζουν την εξαίσια λέξη π ό θ ο ς, πάμπολλες σίγουρα, όχι όμως και την λέξη ημισφαίριος. Μια λέξη δανεισμένη από την γεωμετρία, που σε πρώτο επίπεδο ανάγνωσης μοιάζει αφηρημένη και αντιποιητική. Δεν είναι, όμως. Η Γεωμετρία, και όλο το σύστημα των μαθηματικών, στην αρχαία Ελλάδα είχε σχέση με την αρμονία και την ισορροπία της ανθρώπινης ψυχής και του σύμπαντος κόσμου. Στην είσοδο του ναού των Δελφών υπήρχε η επιγραφή «ουδείς αγεωμέτρητος εισήτο». Απέδιδαν, ακόμα, στον Θεό την ιδιότητα του γεωμέτρη. «Αεί ο Θεός γεωμετρεί». Μετά απ’ αυτήν την αναγωγή η λέξη ημισφαίριο αποκτά κρυπτική και μυστική σημασία και, γι’ αυτό ακριβώς, πληρούται ποιητικής ενέργειας, αναιρώντας κάθε ίχνος αντιποιητικότητας. Όσο για την μετωπική σύγκρουση με τον θεσμό του γάμου με το άκρως σαρκαστικό εκείνο : έτερον ήμισυ, τα σχόλια περιττεύουν.

Ο Επικούρειος Απόλλων
Έγινε άγαλμα μου είπαν
Και δεν μπορεί να σπεύδει
Πλέων σε
βοήθεια

Ο μοντερνισμός αν και απορρίπτει τον ακαδημαϊσμό δεν αποκόπτεται από την παράδοση. Ο Έλιοτ, από του πατριάρχες του ευρωπαϊκού μοντερνισμού, το υποστήριξε αυτό στο περίφημο δοκίμιό του Η Παράδοση και το Ατομικό Ταλέντο (Tradition and the Indivitual Talent)(2). Στην ελληνική εκδοχή του μοντερνισμού, τόσο στην ποίηση, όσο και στην πεζογραφία, αλλά και στην ζωγραφική, η παράδοση, αυτή η ιδιαίτερη ιστορική αίσθηση, που είναι μια αίσθηση του αιωνίου και του προσωρινού ταυτοχρόνως, είναι ισχυρότερη και πλουσιότερη, γιατί αντλεί από δύο πηγές συγχρόνως, κι από το απώτερο, αρχαίο, και από το νεώτερο και νεότατο παρελθόν. Και είναι τόσο ισχυρή η παρουσία της που η ελληνικότητα, σαν η υπέρτατη έκφραση της νεοελληνικής παράδοσης, να καταντάει, ορισμένες φορές, τραύμα και παθολογία.

Η ποιητική νεοτερικότητα της Νανάς Τσόγκα, ακριβώς επειδή αρθρώνεται με όχημα το ιδίωμα της ειρωνείας, του σαρκασμού και της αυτο-αναίρεσης, περιορίζει το στοιχείο της παράδοσης στα μέτρα του, και απεκδύει την ελληνικότητα από τα μαλάματα του εξόφθαλμου μοντερνισμού που, με τον καιρό, σκέπασαν το πρόσωπό της. Η Νανά, όχι μόνο δεν ψάχνει τον βασιλιά της Ασίνης στα χαλάσματα της Τίρυνθας, αλλά έχει και την παλικαριά να μεταμορφώσει τον Επικούρειο Απόλλωνα σε γιατρό του ΕΣΥ.

Έως εδώ ανιχνεύσαμε βασικά στοιχεία της νεοτερικότητας σε σχέση με την προσωπική ποιητική γλώσσα της ποιήτριας. Και διαγνώσαμε πέρα από τα βασικά στοιχεία του μοντερνισμού που ενυπάρχουν στα ποιήματά της, ισχυρές δόσεις ειρωνείας και αυτοσαρκασμού σαν ξεχωριστά γνωρίσματα του ποιητικού ιδιώματός της.
Να πάμε λίγο παρακάτω.

Το ποίημα είναι μια δομή. Δομικό υλικό του είναι η γλώσσα με στοιχειώδη μονάδα την λέξη. Η λέξη, σύμφωνα με τον πατέρα της γλωσσολογίας Φερδινάνδο ντε Σωσσύρ(3), αποτελείται από το σημαίνον και το σημαινόμενο. Η σχέση των δύο αυτών στοιχείων είναι αυθαίρετη κι αυτή ακριβώς η αυθαιρεσία εμπλουτίζει την καθημερινή, επικοινωνιακή χρήση της γλώσσας με πολυσημία. Στη ποίηση, η αυθαιρεσία των ορατών και των αοράτων στοιχείων της γλώσσας παύει να υφίσταται και την θέση της παίρνει η ταύτιση ήχου και νοήματος. Στην ποίηση οι λέξεις κινούνται, στεγνώνουν , ραγίζουν και φορές σπάνε, γλιστρούν, παραπατούν, φθείρονται κάτω από το βάρος του νοήματος, κάτω από την πίεσή του(4), έχουν, δηλ., την φυσική ζωντάνια τα οργανισμού.
Θεραπεύει σωστά τη γλώσσα η Νανά Τσόγκα; Της δίνει την αξία που της πρέπει; Την εμπλουτίζει; Η απάντηση σε όλα αυτά τα ερωτήματα είναι ανεπιφύλακτα, ΝΑΙ !

Η Νανά θέλγεται από την γλώσσα, ερωτοτροπεί μαζί της, την παίζει δεν παίζεται απ’ αυτήν. Φτάνοντας στην λέξη, την ενδιαφέρει περισσότερο το νόημα και λιγότερο ο ήχος της, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο λυγερός ελεύθερος στίχος της στερείται μουσικότητας. Από τους τίτλους ακόμα των συλλογών, βλέπουμε αυτό το νοηματικό και νοητικό παιχνίδι. Μεταποίηση Μεταμφιέσεων. Η λέξη μεταποίηση σημαίνει : αλλαγή της μορφής ή της σύνθεσης κάποιου πράγματος ώστε να χρησιμοποιηθεί με διαφορετικό τρόπο (Εμμ. Κριαρά, Νέο Ελληνικό Λεξικό, Εκδοτική Αθηνών, 1995). Στην θεωρία της ποίησης, μεταποίηση ονομάζεται η ενασχόληση της ποίησης με την ίδια την ποίηση. Η αμφίσημη αυτή λέξη τοποθετημένη κοντά στη λέξη μεταμφιέσεων, που από μόνη της είναι μια μεταποίηση είτε του ενδύματος, είτε του προσώπου, είτε του σώματος είτε της ψυχής, δημιουργεί μια εκρηκτική εντύπωση τόσο στο νοηματικό επίπεδο με τις αλληλοσυγκρουόμενες έννοιες των λέξεων, όσο και στο ηχητικό με την παρήχηση των φθόγγων μ και σ.

-----------------------------------------------------------

Η δεύτερη συλλογή τιτλοφορείται το ανοίκειον κέλυφος. Το κέλυφος είναι καταφύγιο, αραξοβόλι, τόπος γνώριμος και οικείος. Είναι το σπίτι, ο τόπος, ο έρωτας. Τι κάνει, λοιπόν, αυτό το κέλυφος ανοίκειο, ίσως και εχθρικό ; Του καιρού ντροπές και χάλια, τ’ άδικο απ’ τον δυνατό, ο εξευτελισμός από τον φαντασμένο, ο πόνος της περιφρονημένης αγάπης, η άργητα του νόμου, οι τραμπουκισμοί της εξουσίας(5). Το γλωσσικό παιχνίδι παίρνει και τις μορφές, τις ομοηχίες και τα ομοιοκατάληκτα : (σ)Τύψη-μο --- τρίψιμο, Χυμό – θυμό, φιλάς–φυλάς, ζηλεύεις–ζήτουλας, σάλι–σαλούς, χώματα – πτώματα, Ωδών Ωδίνες, ηδυπαθής – δυήπαθος, ανεμώνες-μόνες, όπλο ή οπλή, εωσφόρος – εαροφόρος. Κάποιες φορές η λέξη απο-συναρμολογείται για να δοθεί νέο νόημα στα επιμέρους συστατικά της. Στη –χύμα-τι- ζω, γεγ -ον- οτα , συν – χώρεσε.

Οι λέξεις που ξοδεύτηκαν
Χωρίς να τις ακούσω
…………………………
οι λέξεις είναι πάλι
που τυλιγμένες στην υγρή ομίχλη

Σχετικά με τη λέξη ο Έλιοτ συμβουλεύει στα Τέσσερα Κουαρτέτα :

Η λέξη ούτ’ αδιάφορη ούτ’ επιδειχτική,
Η κοινή λέξη σωστή χωρίς φτήνια,
Η λόγια λέξη ακριβής μα όχι σχολαστική.(6)

Η γλώσσα στον ποιητικό κόσμο της Νανάς λες κι ακολουθεί κατά γράμμα τις ελιοτικές υποδείξεις. Και κάτι ακόμα. Στην λαγαρή κι ευλύγιστη γλώσσα της δεν υπάρχει γλωσσικό πρόβλημα. Είναι μια ζωντανή, δυνατή και ρωμαλέα μικτή γλώσσα με ελαφρά απόκλιση προς την λόγια με ηθογραφικές παλαιο-δημοτικές λέξεις: ξελευτεριά, μαυρομάνικη, μισεύεις, κιτάπια, βιάση.

Η ομοιοκαταληξία που θεωρήθηκε σαν η πεμπτουσία του ακαδημαϊσμού στην ποίηση και μέσα από την χρεοκοπία τα οδήγησε στην επανάσταση του ελεύθερου στίχου, αρχίζει τον τελευταίο καιρό να επανεμφανίζεται με άλλοθι την «επαναμάγευση του ποιητικού λόγου» και την επανακατάκτηση της προσωδίας που χάνεται εξαιτίας της πεζότητας του ελεύθερου στίχου.

Πάνω στο θέμα αυτό, και στη συζήτηση που άρχισε, πριν ένα περίπου χρόνο, με αφορμή μια εκδήλωση του περιοδικού Μανδραγόρας και φιλοξενήθηκε στα Ενθέματα τα κυριακάτικης Αυγής, ειδικό βάρος έχει η γνώμη του καθηγητή της Συγκριτικής Λογοτεχνίας στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, Ν. Βαγενά, ο οποίος παρεμβαίνοντας από τις στήλες του Βήματος γράφει, «Η επαναμάγευση του ποιητικού λόγου δεν μπορεί να γίνει με τα ποιητικά μέσα του παρελθόντος αλλά με βάση τα υλικά και τους ποιητικούς τρόπους του παρόντος.»

Πολλά ποιήματα της Νανάς έχουν ομοιοκαταληξία, πιο πολύ στο δεύτερο βιβλίο, το ανοίκειον κέλυφος και ιδιαίτερα η ενότητα Καταχραστής Θαυμάτων. Μόνο που στην συγκεκριμένη περίπτωση η ομοιοκαταληξία είναι ένα ψυχρό τέχνημα, ο καγχασμός για μια παρωχημένη ποιητική φόρμα και λειτουργεί όπως ακριβώς κι ο ελεύθερος στίχος, λες και θέλει να δείξει πόσο πολύτιμη είναι η παρουσία του τελευταίου στο ποιητικό σώμα τα νεοελληνικής ποιητικής έκφρασης.

Σου λέω ταξίδι όταν με κοιτάς
Κι εσύ με κόβεις με πετάς
Μου λες βροχή μου κι απ’ το χέρι με κρατάς
Ίχνος ο ήχος --- και στο θαύμα θα με πας

Εδώ η ειρωνεία, σαν υπόγειο ρεύμα κατατρώει τα θεμέλια τα προτεινόμενης στιχουργίας. Όσο για την προσωδία, αυτή μάλλον παραμένει επίτηδες χαμηλή και κοινότοπη με τις τετριμμένες ομοηχίες κοιτάς – πετάς, κρατάς – πας, μόνο και μόνο για να καταδείξει το παρωχημένο της μορφής.

Της μνήμης δε το κόκαλο αν θέλω να αφαιρέσω
Θα μου κρατάει συντροφιά κι η μοναξιά -- ν’ αρέσω.

Τρελό καπνό φουμάρει η ψυχή μου
Κι εσύ την ταξιδεύεις σε χαράδρες
Θάλασσες βρίσκει εκείνη να μιλήσει
Λευκή κατάλευκη νιφάδα στους βοριάδες.

Η συγκινησιακή αλληλουχία των παραπάνω στίχων παραμένει σταθερά προσανατολισμένη στην δραματικότητα της αφηγούμενης κατάστασης και δεν κάνει καμιά παραχώρηση προς την πλευρά του λυρισμού. Κατ’ αυτόν τον τρόπο το περιεχόμενο υπερβαίνει τη φανερά προτεινόμενη παρελθοντική μορφή, καλύπτοντας μια δεύτερη μορφή που λανθάνει, αυτήν δηλ. του ελεύθερου στίχου.

Και ν’ ακουμπώ σε καίγομαι
Και να μισεύεις λιώνω.

Ένα ομοιοκαταληκτικό ερωτικό δίστιχο, δεκαπεντασύλλαβος σπασμένος σε ένα οκτασύλλαβο και σε έναν επτασύλλαβο, που θυμίζει στιχάκι ημερολογίου ή κρητική μαντινάδα , είναι το αναπάντεχο φινάλε του ποιήματος με στιβαρό ελεύθερο στίχο, μια ανατροπή τόσο συναισθηματική όσο και στιχουργική, μια αυτο-σάτιρα, που αγαπά η ίδια η ποιήτρια, του απαρχαιωμένου τρόπου.

Πρωτεύον στοιχείο της ποιητικής νεοτερικότητας αποτελεί, σύμφωνα με του θεωρητικούς της λογοτεχνίας, η σκοτεινότητα, η δυσκολία της κατανόησης του νοήματος με την κοινή λογική.(7) Ο υπερρεαλισμός ανήγαγε το στοιχείο αυτό σε αποκλειστικό γνώρισμά του με κύριο όργανό του την αυτόματη γραφή.

Συνδέεται η Νανά με τον υπερρεαλισμό;

Εν αρχή ην ο Μαγκρίτ, τα εξώφυλλα και τα οπισθόφυλλα των βιβλίων της κοσμούνται με έργα του.

Μπροστά στην Μεταποίηση Μεταμφιέσεων, η Μνήμη με την αυθαίρετη συνύπαρξη δύο μήλων με μάσκες. Το μυαλό πάει αμέσως, και σωστά, στο θέατρο. Πίσω το Φόρεμα της Νύχτας, με ένα poem en prose.

Στο ανοίκειον κέλυφος , βλέπουμε πρώτα την Ερωτευμένη Προοπτική και μετά τον Θεραπευτή.

Ο Μαγκρίτ, παρόλο που είναι υπερρεαλιστής έχει μια οικειότητα. Εκκινώντας από έναν φαινομενικό ρεαλισμό, απογειώνει το θέμα του σε αντιρρεαλιστικά ύψη, διατηρώντας, μαζί με την κριτική που ασκεί στο ορατό, την ποίηση του αοράτου.

Μετά η αυτόματη γραφή:

Στους τοίχους ζωγραφισμένα χάδια
Και τα φιλιά αμίλητα
Στο πάτωμα αφίλητα

Εδώ το ασυνείδητο εμφανίζεται χαλιναγωγημένο. Είμαστε μπροστά σε ένα ευαίσθητο γλωσσικό παιχνίδι που ανακόπτει την συνειδησιακή ροή.

Κάτω απ’ το αλεξίσφαιρο εωθινών ερώτων
Εμπόδιο θαμπό που αγαπάει
Τη νύχτα τα σιωπής σου
Ως μακρινή ανάμνηση – αμμουδιά
Που ήσουνα πριν γεννηθείς.

Πάλι κάτι σταματά την αυτόματη ροή. Κατά κάποιον περίεργο τρόπο, η ανάσχεση αυτή πολλαπλασιάζει την προσωδιακή ενέργεια.

Όπου το θαύμα πεζοπορεί διστακτικό
Στην παραλία των αισθημάτων
Βουτηγμένο στην αμετανόητη
Λαχτάρα των εγκοσμίων

Εδώ υπάρχουν λιγότερα ίχνη συνείδησης, αλλά υπάρχουν.
Μήπως κάνω πάλι λάθος εκτίμηση; Μήπως τα παραδείγματα που ανέφερα παραπάνω δεν είναι δείγματα αυτόματης γραφής αλλά στίχοι γεμάτη κρουστή νεοτερική ενέργεια ;

Ο υπερρεαλισμός κι ο αυτοματισμός της Νανάς μοιάζει με εκείνον του αγαπημένου της Μαγκρίτ . Το οικείο που απογειώνεται στο χώρο του α(ν)–οικείου διατηρώντας, ταυτόχρονα, κάποια σπέρματα ρεαλισμού ώστε να μην αποξενώνεται ο αναγνώστης από τα νοηματικά επίπεδα του ποιήματος.

Η Νανά διαλογίζεται και πάνω στην ποίηση με ευαισθησία και γνώση, αλλά και με ταπεινότητα.

Αρχίζοντας απ’ το παράθεμα του Έζρα Πάουντ που στολίζει την πρώτη σελίδα του ανοικείου κελύφους. «Αυτούς που θα γράψουν ποιήματα, τους αγαπούσα από παλιά», φτάνει στο παρακάτω ωραίο μετα-ποίημα της ενότητας η Διαρκής Σύμπτωση.

Μ’ αρέσουν τα μικρά ποιήματα
Γιατί είναι του χεριού μου
Που μέσα τους δεν χάνομαι
---- όταν ξάφνου αγριεύομαι
κι απ’ το όνειρο πετιέμαι
να ξέρω πως στα σκοτεινά νερά
ψηλαφώντας όλα τα φτάνω
---- βγαίνω απ’ τον λαβύρινθο
πριν να μου βγει η ψυχή.

Και το ίδιο το Ανέφικτο
Είναι πελαγωμένο

Εξομολόγηση γεμάτη ευαισθησία. Ο λαβύρινθος έξοχη μεταφορά που θυμίζει τη δαντική selva oscura, αλλά και την σεφερική άποψη για την ποιητική εμπειρία του αναγνώστη.(8)

Ο Σεφέρης, στον Μονόλογο για την ποίηση (1939)(9), χρησιμοποιώντας τα κύρια στοιχεία του αριστοτελικού ορισμού της τραγωδίας, περιγράφει την διαδικασία της ποιητικής εμπειρίας έτσι:

ΕΛΕΟΣ : η δύναμη που μας κάνει να μένουμε προσκολλημένοι στην καθημερινότητά μας μέχρι την στιγμή της ποιητικής εμπειρίας.

ΦΟΒΟΣ : το αντίκρισμα της έλξης που προκαλεί η ποίηση, η διαφορετική διάταξη των στοιχείων του κόσμου, η απελευθέρωση του πνεύματος από το σώμα, που μοιάζει με μυητική διαδικασία.

ΚΑΘΑΡΣΗ : Η ισορροπία των δύο αυτών δυνάμεων, η αποτελείωση της ποιητικής εμπειρίας.

Και τα τρία στάδια διακρίνονται εύκολα στο παραπάνω ποίημα.

Πριν το τέλος, θα ήθελα να σταθώ σε δύο εξαιρετικές κι εξέχουσες όψεις της ποιητικής της Νανάς Τσόγκα: στην ειρωνεία και την αίσθηση της απουσίας που ζωογονούν τον ποιητικό οργανισμό της.

Το βασικό χαρακτηριστικό της ειρωνείας είναι η αντίθεση ανάμεσα στο φαινόμενο και την πραγματικότητα. Όντας η ειρωνεία ένα διανοητικός τρόπος αντίληψης του κόσμου συνοδεύεται από τα δικά του ξεχωριστά συναισθήματα και τις δικές του ξεχωριστές συγκινήσεις. Πάνω απ’ όλα, η ειρωνεία λειτουργεί μέσα από μια φαινομενική απουσία, μέσα από την δραστικότητα σκέψεων και συναισθημάτων που υπονοούνται ή αποσιωπούνται.(10)

Η Νανά, όπως κάθε γνήσιος ποιητής, συγκρούεται με την υπάρχουσα πραγματικότητα και για να την αντιμετωπίσει, δημιουργεί μια προστατευτική ασπίδα από αισθήματα και συγκινήσεις --- αισθήματα και συγκινήσεις βιωμένες και αιμάσουσες, βγαλμένες από ένα μυαλό εν εγρηγόρσει και μια ψυχή που ανυπομονεί να ψηλαφίσει, σαν να βρίσκεται στην πρώτη, παραδείσια ώρα της, τα μυστήρια της ύπαρξης και της ζωής. Συχνά οι λέξεις της δεν καλύπτουν νοηματικά αυτό που αισθάνεται και κάποτε δηλώνουν το αντίθετο απ’ αυτό που θέλει να πει. ΄Αλλοτε, όταν, εντείνοντας την αντίθεση νοήματος, πρόθεσης και οπτικής ή ηχητικής εντύπωσης, φτάνει στο σημείο να αποκαλύψει, έστω και ψιχία της πραγματικότητας, μας αφήνει να διαπιστώσουμε ότι πρόκειται για μια αυταπάτη.

Στο ποιητικό σύμπαν της Νανάς είναι παρούσα μια απουσία ή μάλλον η αναζήτηση μιας παρουσίας που κι αυτή απουσία είναι, αφού το ζητούμενο δεν καθορίζεται επακριβώς. Ο αγαπημένος, το ιδανικό, το ερωτικό σώμα, η αίσθηση της πληρότητας, το μυστικό του πρέπει και του θέλω, όλα αυτά βρίσκονται και χάνονται σε ένα διαρκές παιχνίδι με αμφίβολο αποτέλεσμα. Συγκρουόμενα το φαίνεσθαι και το είναι παράγουν μιαν αέναη απουσία της αλήθειας, που μπορεί να ονομαστεί έρωτας, κοινωνία, πολιτική, άνθρωπος, ζωή, μιας ζωής σαν αυτή που υπήρξε την πρώτη μέρα της δημιουργίας.

Όλα τα παραπάνω δείχνουν ότι το ποιητικό ρήμα και η ευαισθησία της Νανάς είναι τόσο χωνεμένα μεταξύ τους που δε μπορεί κανείς να τα αισθανθεί χωριστά.

Η ποίηση, γράφει ο Έλιοτ, δεν είναι ένα ελευθέρωμα της συγκίνησης, αλλά απόδραση από την συγκίνηση --- δεν είναι έκφραση της προσωπικότητας, αλλά απόδραση από την προσωπικότητα. Αλλά βέβαια, μόνο εκείνοι που έχουν προσωπικότητα και συγκινήσεις γνωρίζουν τι σημαίνει η θέληση της φυγής από αυτά τα πράγματα.(11)

Τέτοιου είδους ποίηση ποιεί η ΝΑΝΑ ΤΣΟΓΚΑ, τέτοιου είδους ποιήτρια είναι !

ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ, παρουσίαση Ιανουάριος 2001


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1) I. A Richards, Principles of Literary Criticism, London, 1970

2) Tradition and the Ιndividual talent, T. S. Eliot, Sacred Wood, Essays on Poetry and Criticism, University Paperbacks, London, 1964, (1920)

ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ

Α) T. S. Eliot, Το Ιερό Δάσος, Δοκίμια, μετάφραση, Μανώλης Χαιρετάκης, Δίφρος, Αθήνα, 1971, σελ. 23 –33.

Β) Τ. Σ. Έλιοτ, Δοκίμια, Για την ποίηση και την Κριτική, (1919-1961 – Επιλογή), μετάφραση, επιμέλεια, Στέφανος Μπεκατώρος, Ηριδανός, Αθήνα, 1983, σελ. 96 –107

3) F. De Saussure, Μαθήματα Γενικής Γλωσσολογίας, μετάφραση, σχόλια, Προλογικό Σημείωμα, Φ. Δ. Αποστολόπουλος, Παπαζήσης, Αθήνα, 1979, στην σειρά Φιλοσοφία – Πηγές.
4) Τ. Σ. Έλιοτ, Τέσσερα Κουαρτέτα, Burnt Norton, V, Ανέκδοτη δική μου μετάφραση.
5) Σαίξπηρ, Άμλετ, μετάφραση, Β. Ρώτας, πράξη Γ΄, σκηνή 1, Ίκαρος, Αθήνα, 1964.

6) Τ. Σ. Ελιοτ, Τέσσερα Κουαρτέτα, Little Gidding, V, ανέκδοτη δική μου μετάφραση.

7) Ν. Βαγενάς, Γύρω απ’ τις αρχές του Ελληνικού μοντερνισμού, στην Ειρωνική Γλώσσα, Κριτικές μελέτες για τη νεοελληνική γραμματεία, 1994, σελ. 63–89

8) Ν. Βαγενάς, όπ. παρ.

9) Γ. Σεφέρης, Δοκιμές, τόμος Α΄, Αθήνα,1974. Ν.Βαγενάς, Η Ποιητική του Δάσους, όπ. παρ. σελ. 13-19.
10) Ν. Βαγενάς, όπ. παρ. σελ. 91–104
11) Τ. Σ. Ελιοτ, όπ. παρ.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Νάσος Βαγενάς, Ειρωνική Γλώσσα, Στιγμή, Αθήνα,1994

Τ. Σ. Έλιοτ, Το Ιερό Δάσος, μετ. Μανώλη Χαιρετάκη, Δίφρος, Αθήνα, 1971

Γ. Σεφέρης, Δοκιμές, Α΄ τόμος, Ίκαρος, Αθήνα, 1974

Γ. Μπαμπινιώτης, Θεωρητική Γλωσσολογία, Εισαγωγή στην Σύγχρονη Γλωσσολογία, Αθήνα, 1998