O άσσος προ πολλού έχει πετάξει απ’ το μανίκι μου
τραβάω ένα φίλο στην τύχη
πριν τα βρω μπαστούνια
και βγαίνουμε παρέα στα ξέφωτα της λύπης.

Tο βράδυ, ω του θαύματος, φυτρώνουν
ξύλινα αλογάκια και άλλες κουρδιστές αθωότητες
από τον συρφετό των επικαίρων
– η τηλεόραση κλειστή,
οι εφημερίδες στο πάτωμα.

Λίγο πριν το ξημέρωμα
λάμπει η Άρκτος των ονείρων
πάλι καινούργια και δολίως αμεταχείριστη.