M’ αρπάζει που λες απ’ τα μαλλιά
ένας ήλιος φλογερός
κι ανέστιος πολύ για να καταδεχθεί
το δικό μου υπόγειο
- με πετάει ψηλά σαν να μην
είχα γνωρίσει την πτώση
χωρίς δίχτυ ασφαλείας
και στο κατέβασμα του χτες
με στίβει για να στραγγίσει
τα απόνερα των όρκων.

Tου 'δωσα την εικόνα σου
όπως θολή έχει μείνει –
σ’ εκείνον που από δάκρυα
δεν ξέρει – αν δεν μπορεί
να τη στεγνώσει απ’ τα δικά μου
να την κάψει.