Eγώ, στο μεταξύ, απέναντι:
καπνίζω ξαπλωμένη και θυμάμαι.
Kαι βλέπω πάλι τ’ όνειρό σου
να περιμένει στην ουρά
– νερό ποιός θα του φέρει; –
κάτω απ’ την κλαίουσα ιτιά
με το σταμνί στο χέρι.
Tα φιλιά μας αλλάζουνε πλευρό
σε σκοτεινό βαθύ ποτάμι.
καπνίζω ξαπλωμένη και θυμάμαι.
Kαι βλέπω πάλι τ’ όνειρό σου
να περιμένει στην ουρά
– νερό ποιός θα του φέρει; –
κάτω απ’ την κλαίουσα ιτιά
με το σταμνί στο χέρι.
Tα φιλιά μας αλλάζουνε πλευρό
σε σκοτεινό βαθύ ποτάμι.
