Πώς έφτασα ως εδώ; Με απλωτές αναποδιές.
Όμως ας μην τα ρίχνω πάλι στον καιρό. Εκείνος καιροφυλακτεί. Όπως πάντα. Κι εγώ, πήγα κι έπεσα πάνω του. Όπως συνήθως.
Κάτι ψιθύρισε για λαθρεπιβάτες, με λήστεψε από το περιττό – όπως αποδείχτηκε – φορτίο και μ’ άφησε αντιμέτωπη στην αιθρία παροδικοτητα. Και με την καθυστέρηση που φόρτωσε ο νικητής στις πλάτες της τύχης μου, έχασα το λεωφορείο της δεκάτης πέμπτης Ιουλίου.
Κι απ’ όσα σου έγραψα ως τώρα τίποτα δεν ισχύει, όπως καταλαβαίνεις.
Εκ των υστέρων, να σου πω, καλύτερα: Πρώτον, γιατί τελικά δεν ξύπνησα στις πέντε το πρωί – που το σιχαίνομαι σαν τις αμφιβολίες μου, όπως ξέρεις. Κια δεύτερον, τρία ολόκληρα χρόνια σε ονειρευόμουνα νομίζοντας πως ζούμε. Τώρα, αν είναι αυτό καλό ή κακό, εσύ θα μου το πεις.

Αχ, μόλις πέρασε η στάση μου κι έχασα πάλι την ευκαιρία να κατέβω. Κι ούτε να πεις ότι μπορώ ν’ απολαύσω τη διαδρομή, γιατί κάθομαι απέναντί μου μετά από έναν αιώνα. Και τα τοπία είνια απίστευτα ίδια.
Δεν τη γνωρίζω από μέσα. Βλέπω μόνο ένα κορμί – λαχτάρα και μια ανάσα – τώρα. Ίσως θυμάται και το δέρμα και την ψυχή της.
Ήθελα να της πω συγνώμη
μα και πως σ’ αγαπώ ακόμη.
Δεν ξέρω πώς θα το πάρει και διστάζω.

Με τούτα και με κείνα, έχασα και το έργο. Λοιπόν μην περιμένεις να σου διηγηθώ την υπόθεση. Πολύ λιγότερο, βέβαια, το

Τέλος