Βγήκα δήθεν για τσιγάρα. Στην πραγματικότητα ήθελα να σου πω μια καλημέρα.
Αν δεν τo 'χεις μάθει ο λάκκος είναι ακόμα άδειος. Για να αισιοδοξήσει, σκέφτεται το μέλλον του ρόδινο: το πολύ να καταντήσει κενοτάφιο.

Θα μου πεις, το δις εξαμαρτείν…
Θα σου πω, οι σοφοί με σφραγίδα είναι επτά και κατοχυρωμένοι. Δεν έχει άλλες θέσεις. Είναι να ξοδευόμαστε;

Συνήθισα στην άδηλη αναπνοή. Αφού ό,τι δηλώσεις είσαι, εγώ θα τους παραπλανήσω: αναπνέω παράνομα στη σκέψη σου, κλείνω το μάτι στην καινούργια μέρα σαν να είναι όλα υπό έλεγχο και ξεγελάω τις ανασφάλειες κλειδώνοντάς τες για να μοιάζουν ασφαλείας…

Αν δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς, να καις τουλάχιστον μόνο παράλληλες αρτηρίες. Ποτέ τις διασταυρώσεις. Υπάρχει κίνδυνος βραχυκυκλώματος. Το αίμα δεν αστειεύεται.

Έχεις τουλάχιστον οάσεις στις ερήμους σου; Κάπου να ξεκουράζεσαι κι εσύ απ’ τη μονοτονία της ασφάλειας.
Να φανταστείς πως ζήλευα τις –έστω μικρές– περιπλανήσεις σου. Πήγες κι ακριβοπλήρωσες την έμπνευση, ενώ εδώ είναι δωρεάν.

Δεν ξέρω τι να το κάνω το παράπονό της, που μένει τόσον καιρό ανεπίδοτη. Γι’ αυτό στη στέλνω. Αν έχεις την καλοσύνη, να συμπληρώσεις τα κενά.

Φέτος κάψανε πάλι όλες τις συμφωνίες – του πράσινου με το γαλάζιο, του ιώδους με το υπόλευκο, τη δική μας. Πρόλαβα και φύτεψα καινούργιες να θεριέψουν με τα πρώτα δάκρυα του νέου χρόνου.

Ό,τι αγαπούσα στέρεψε.

Σου γράφω απ’ τη μέση του ωκεανού, τριγυρισμένη από πολύτιμα δυσεύρετα κοχύλια. Κανείς δε νοιάζεται. Από ποιόν να ζητήσω τα εύρετρα;

Εδώ στα βαθιά, τουλάχιστον, δεν κινδυνεύω να πιάσω πάτο. Είναι λίγο κουραστικό, αλλά θα συνηθίσω.