Όποιο βότσαλο πικρό
δεν το αλατίζει η αρμύρα
κλαίει με δάκρυ πιό γλυκό
– αχ να το σκέπαζε πλημμύρα!...

Nησάκι μες στο πέλαγος
ο τρομερός λυγμός του.
Δίκοπη η σιωπή και μαυρομάνικη
κομμένη η νοσταλγία στα μέτρα σου
– στα δύο διπλωμένη απ' τον πόνο
που νιώθει αυτή για σένα –
παλιά στιγμή, ανάπηρη
ανίκανη πια να σε συν-χωρέσει.

Κοιτάς τον δρόμο έρημο
και γράφεις του θανάτου
σε βασανίζει η μοναξιά
– να δω πόσο θ' αντέξεις

πριν ομολογήσεις.


οδών ωδές
Στη-χυμα-τι-ζω
στο χώμα-σώμα να θρέψω
την απειρία του εκατόφυλλου.

Bρέχει γιατί το σύννεφο
κανείς δεν το ρωτάει
αν η βροχή το λύτρωσε
ή το 'θαψε στο χώμα.

Kαι ν’ ακουμπώ σε καίγομαι
και να μισεύεις λιώνω.
Βάφει η αυγή ακούραστη
πάλι με ελπίδα τον ορίζοντα
σπάταλα, χρώματα ξοδεύει –
σκάλα ρίχνει στην ψυχή μου για ν' ανέβει
– μαύρη στέρηση τη σάρκα μου παιδεύει.

Πώς ένα βουνό ερωτεύεται την θάλασσα
κι αυτή δεν είναι γραφτό ποτέ να το φιλήσει;
Διώχνει ο νους σου την καρδιά
γιατί εκείνος νοσταλγεί
κι αυτή πονά.

Βγήκες σαν άγριος κυνηγός
κι είναι πουλί η ψυχή σου.
Ένας καινούργιος ήλιος ανατέλλει ευωδιές
και καθαρίζει την ατμόσφαιρα –
από την σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού
που μόνο σ' αυτόν χαρίζεται·
πρωτάκουστα τα μυστικά που φέρνει:
λουλούδια πέρα από τον μαρασμό
των εποχών και της συνήθειας.

Έτσι φτιάχνονται τα γεγ-Oν-ότα: εκ του Όντος.

Μετά η βροχή ανάβει κεράκια στο χώμα
που ρουφάει τις σταγόνες της – να
σβήνει την κρυμμένη φωτιά
των πεθαμένων, την απέθαντη˙
αυτό, ξέρει.
Φαντάζεσαι εξ όνυχος τα μεγαλεία
του κόσμου των αοράτων
όπου το θαύμα πεζοπορεί διστακτικό
στην παραλία των αισθημάτων
βουτηγμένο στην αμετανόητη
λαχτάρα των εγκοσμίων.
Nα είσαι σίγουρος πως στοιχηματίζει
και τα μισά φτερά του
με μόνη εμμονή να βρέξει τα πόδια του
στην θάλασσα των ανθρώπων
για ένα τσιγάρο στο μπαλκόνι
του ανυποψίαστου κόσμου
που σημαδεύει τον θρίαμβο του αχρείαστου.

Mόνος είσαι στον καθρέφτη
- σαν τον καμένο ναυτικό
εξορισμένο σε ψηλό βουνό
– πάλι κατάφερες να
κρύψεις το αηδόνι στην σιωπή.

Θα υπογράψεις τώρα με το
σώμα όπως κάθε μέρα.
Tον δρόμο, θα μου πεις, τον ξέρεις…
Kάτω απ’ το φανοστάτη περιμένω
με την ψευδαίσθηση πως όπου νά ’ναι
θα πέσει στα πόδια μου το ώριμο
αυγουστιάτικο φεγγάρι.
Ως το πρωί μόνο τα αδέσποτα
με τριγυρίζουν και επιμένουν
να μου δείξουνε το δρόμο.

Θες ατυχία θες σύμπτωση –
βρέθηκα υπνοβάτις στ’ όνειρό σου.
Να ξεμαθαίνω το βυθό
να λαχταρώ τη δύση
μισό μπαλκόνι ουρανό
τ' άλλο μισό η θλίψη –
κι όσο σκοντάφτει ο πανικός
να κλέβω απ’ το αίνιγμα τη λύση.

Να σε ξεχνάω σαν πυρετό
να σε φωνάζω νόστο
να σε φωνάζω έρωτα
και να μού βγαίνει αγκάθι.

Τέρμα Θεού η νύχτα σου
και πώς να σε προφτάσω
έρχεται ήλιος δήμιος
θέλει να σε ξεχάσω.
Από βουνό σ' άλλο βουνό
πηδάει γυμνός Απρίλης
βοριάς θυμός νοτιάς καημός
γρήγορο παίρνουν βήμα
φέγγει του φεγγαριού το φως
ξανά πάνω στο κύμα.

Με γέλια κι άλλα χρώματα
άνοιξη τον τραβάει
ν' ανοίξει εκατόφυλλα
υπομονής λουλούδια
ν' ακούσει η νύχτα-μοναξιά
ανάσες και τραγούδια.
Τρέχουνε κόκκινες φωνές
σκοντάφτουνε στο μέλλον
στο πράσινο δεν κρύβονται
το μαύρο αγνοούνε
πουλιά από τα μάτια μου
βγαίνουν να τις προφτάσουν
– πώς γίνεται να πέρασες
χωρίς καν να σε νιώσω;

Σύννεφο η ψυχούλα σου
και η βροχή μακριά μου
κρέμεται αναποφάσιστη
πάνω απ' τα κυπαρίσσια.

Όταν δεν αποκρίνεσαι
ο ουρανός μού λείπει –
ψίθυρους που ταξίδευα
τους θάβει τώρα η λύπη.
Mεγάλωσε να με χωράς
ψυχή ανεμοδαρμένη
θ’ αφήνω το στημόνι σου
να μου τρυπάει τα σπλάχνα
στο δώμα σου αν ανέβω.
Aπ’ την πικρή σου λησμονιά
το σώμα μου παλεύω.

Mε κάνεις και τα χάνω:
παίρνω από πίσω τη σκιά μου
– υφαίνουν τα περήφανα
τα ταπεινά ξηλώνουν.
Πυξίδα-βότσαλο κρατώ
σε ασπίδα-δέντρο να κρυφτώ
– την θάλασσα να καταπιώ
ή να την ταξιδέψω;
O χρόνος που με νίκησε
αυτός και με λυτρώνει.

Eισέτι ωστόσο δυηπαθής
ηδυπαθής, εμμένω.
Πέφτει κι άλλο περίμενε
σαν γύρη από αγιόκλημα
στις πλάκες της ψυχής μου.
Και που δεν γειτονεύουμε
σε βλέπω εγώ στα όνειρα
– καρδιά μου – της δικής μου.

Φύγε μα σκέψου το γιαλό
κύμα πάνω στο κύμα
μη χάσεις απ' τα μάτια σου
του έρωτα το νήμα –
κι αν σε ζηλέψει αετός
σου δείξει και το μνήμα
μην τον πιστέψεις μάτια μου
πάλι για 'δω ξεκίνα.
Kι άμα δεν γίνεται να σκύψουν
για ν’ αφουγκραστούν
του χορταριού την ταπεινή ανάσα
προσέχουν το φθινόπωρο
οι αόρατες γυναίκες
όταν τριγυρνάνε στα φυλλοβόλα δάση
της αξημέρωτης ζωής τους
να μην πατήσουν τις ανεμώνες.
A, ναι, μόνες!…

ο θησαυρός της ήττας