(πατήστε το τελευταίο κουμπάκι δεξιά για 'πλήρη οθόνη')
Σαν να ’ναι εχθρός σου η ζωή και την παραφυλάς
την φιλάς σφιχτά και την φυλάς
τα φυλάς και τρέμεις μη σου φύγει
και φτύσει πρώτη, η ανίατη –
φτου ξελευτερία, το Άγνωστο.
Λίγο να μην την προσέξεις
ξεγλιστράει
μέσ’ από τις λιακάδες των ημερών
και των νυχτών τις χαραμάδες
– άβουλα παιχνιδάκια εμείς
σε πρώτη ζήτηση επαίτες
κι εκείνη όλο να μηχανεύεται.
Kαι που κουβέντα πιάνεις
με τ’ αστέρια
ζωή ζηλεύεις ζήτουλα
κι αυτή δεν σ’ αγαπάει –
σχεδόν σε κώμα το σώμα
ακόμα πάνω απ’ το χώμα.
Δεν κάνει να διαβάζεις ποιήματα τα βράδια.
την φιλάς σφιχτά και την φυλάς
τα φυλάς και τρέμεις μη σου φύγει
και φτύσει πρώτη, η ανίατη –
φτου ξελευτερία, το Άγνωστο.
Λίγο να μην την προσέξεις
ξεγλιστράει
μέσ’ από τις λιακάδες των ημερών
και των νυχτών τις χαραμάδες
– άβουλα παιχνιδάκια εμείς
σε πρώτη ζήτηση επαίτες
κι εκείνη όλο να μηχανεύεται.
Kαι που κουβέντα πιάνεις
με τ’ αστέρια
ζωή ζηλεύεις ζήτουλα
κι αυτή δεν σ’ αγαπάει –
σχεδόν σε κώμα το σώμα
ακόμα πάνω απ’ το χώμα.
Δεν κάνει να διαβάζεις ποιήματα τα βράδια.
Ήμουνα ακριβής σαν μανιακή
τη σκόνη του καιρού παραμονεύοντας μην
αλλοιώσει τη φωνή σου μέσα στο κεφάλι μου.
Με πρόδωσε εκείνη η χαραμάδα στο συρτάρι
που έβγαζε παλιότερα
στην κρυψώνα των φιλιών.
Πήγα ως εκεί για να με σταματήσει
ο νηφάλιος Κέρβερος που παρεμβάλλεται
στα σήματα τα σύρματα
και τις συγνώμες της πέμπτης εποχής.
Τον πόθο δεν είδα πουθενά – άφαντος!
Στη μέση της αυλής εκεί που ήταν το πηγάδι
μία φωτιά να καίει όλα τα ξερά γράμματα
– των περασμένων χρόνων, όχι τα δικά σου.
τη σκόνη του καιρού παραμονεύοντας μην
αλλοιώσει τη φωνή σου μέσα στο κεφάλι μου.
Με πρόδωσε εκείνη η χαραμάδα στο συρτάρι
που έβγαζε παλιότερα
στην κρυψώνα των φιλιών.
Πήγα ως εκεί για να με σταματήσει
ο νηφάλιος Κέρβερος που παρεμβάλλεται
στα σήματα τα σύρματα
και τις συγνώμες της πέμπτης εποχής.
Τον πόθο δεν είδα πουθενά – άφαντος!
Στη μέση της αυλής εκεί που ήταν το πηγάδι
μία φωτιά να καίει όλα τα ξερά γράμματα
– των περασμένων χρόνων, όχι τα δικά σου.
Αστήρικτο σαν τρυφερός βλαστός
το καλοκαίρι γέρνει
στο κατώφλι της λιποθυμίας
και σβήνοντας αφήνει γεύση
ανεκπλήρωτης επιθυμίας
που ούτε το έψιλον
δεν πρόλαβε να σώσει.
Εγώ δεν σου 'δωσα να καταλάβεις
τι φταις εσύ πάνω στα χώματα
ανάμεσα στα πτώματα των παλαιών ερώτων.
Nα, τώρα το θυμήθηκα
τι σου ζητούσα
- φύσηξαν άνεμοι τρελοί
και σήκωσαν τις στέγες -
αλλιώς δεν εξηγείται πώς
έμεινα με ό,τι μου 'ταξες:
τον ουρανό με τ' άστρα.
Nα τ’ ανάψω τουλάχιστον.
το καλοκαίρι γέρνει
στο κατώφλι της λιποθυμίας
και σβήνοντας αφήνει γεύση
ανεκπλήρωτης επιθυμίας
που ούτε το έψιλον
δεν πρόλαβε να σώσει.
Εγώ δεν σου 'δωσα να καταλάβεις
τι φταις εσύ πάνω στα χώματα
ανάμεσα στα πτώματα των παλαιών ερώτων.
Nα, τώρα το θυμήθηκα
τι σου ζητούσα
- φύσηξαν άνεμοι τρελοί
και σήκωσαν τις στέγες -
αλλιώς δεν εξηγείται πώς
έμεινα με ό,τι μου 'ταξες:
τον ουρανό με τ' άστρα.
Nα τ’ ανάψω τουλάχιστον.
Τρελό καπνό φουμάρει η ψυχή μου
κι εσύ την ταξιδεύεις σε χαράδρες –
θάλασσες βρίσκει εκείνη να μιλήσει.
Λευκή κατάλευκη νιφάδα στους βοριάδες
η σιωπή λιμνάζει στο δωμάτιο
– η θάλασσα από μέσα –
έξω φυσάει ο πόνος σου
και βρέχει ο καημός μου
– ως ώρα πέμπτη πρωινή
θα έχει πλημμυρίσει.
Λείπουνε βλέπεις τα κορμιά
κι η θάλασσα το ξέρει.
κι εσύ την ταξιδεύεις σε χαράδρες –
θάλασσες βρίσκει εκείνη να μιλήσει.
Λευκή κατάλευκη νιφάδα στους βοριάδες
η σιωπή λιμνάζει στο δωμάτιο
– η θάλασσα από μέσα –
έξω φυσάει ο πόνος σου
και βρέχει ο καημός μου
– ως ώρα πέμπτη πρωινή
θα έχει πλημμυρίσει.
Λείπουνε βλέπεις τα κορμιά
κι η θάλασσα το ξέρει.
Τα φώτα στη θάλασσα
ο ουρανός με το μέρος μου
οι άνεμοι στ' αστέρια εξορισμένοι
φύλλο να μην κουνιέται.
Κι εγώ από ένα ξαφνικό
της μοίρας μου καπρίτσιο
κουτρουβαλιάζω, λέει,
στους αιώνες καταπίσω
γίνομαι μικρό κορίτσι άβγαλτο
που ούτε να σε ξέρει θέλει
– και ταυτοχρόνως
σκουπιδάκι μες στα μάτια σου
για να σε δω να κλάψεις επιτέλους.
ο ουρανός με το μέρος μου
οι άνεμοι στ' αστέρια εξορισμένοι
φύλλο να μην κουνιέται.
Κι εγώ από ένα ξαφνικό
της μοίρας μου καπρίτσιο
κουτρουβαλιάζω, λέει,
στους αιώνες καταπίσω
γίνομαι μικρό κορίτσι άβγαλτο
που ούτε να σε ξέρει θέλει
– και ταυτοχρόνως
σκουπιδάκι μες στα μάτια σου
για να σε δω να κλάψεις επιτέλους.
Kόκκινες στέγες νωχελικά παραδομένες
στο απίστευτο γαλανό του θόλου
έτοιμες να πετάξουν
ν’ αφήσουν ξέσκεπους τους ανύποπτους
ένοικους της ορατής ζωής –
να μάθουν να μην οραματίζονται
μόνο τα ανάξια παρόντα.
Φέγγουνε από μέσα τα φυτά
φως άχραντο κι ανέσπερο
ξοδεύουν τα λουλούδια
– Πάσχα σε λίγο, Άνοιξη –
άνοιξε σαν τρυφερό μπουμπούκι
το παλαιό τραύμα.
Mια μπάλα ολοκίτρινη πετάνε
τα παιδιά ψηλά
που παίζουνε στον κήπο
και την μπερδεύω με τον ήλιο
– συννεφιάζει.
Kαι επί γης, ουδέν μεταφράζεται
στην του σκότους ευρυχωρία
που καταλαμβάνουν οι ανάσες
των αβασίλευτων πόθων –
σπανίων πολυτίμων κοσμημάτων
έναντι των οποίων ωχριούν
θνησιγενή τα νυχτολούλουδα.
στο απίστευτο γαλανό του θόλου
έτοιμες να πετάξουν
ν’ αφήσουν ξέσκεπους τους ανύποπτους
ένοικους της ορατής ζωής –
να μάθουν να μην οραματίζονται
μόνο τα ανάξια παρόντα.
Φέγγουνε από μέσα τα φυτά
φως άχραντο κι ανέσπερο
ξοδεύουν τα λουλούδια
– Πάσχα σε λίγο, Άνοιξη –
άνοιξε σαν τρυφερό μπουμπούκι
το παλαιό τραύμα.
Mια μπάλα ολοκίτρινη πετάνε
τα παιδιά ψηλά
που παίζουνε στον κήπο
και την μπερδεύω με τον ήλιο
– συννεφιάζει.
Kαι επί γης, ουδέν μεταφράζεται
στην του σκότους ευρυχωρία
που καταλαμβάνουν οι ανάσες
των αβασίλευτων πόθων –
σπανίων πολυτίμων κοσμημάτων
έναντι των οποίων ωχριούν
θνησιγενή τα νυχτολούλουδα.
Σε πίνουν και σε τρώνε τα χρώματα
της άλλης ζωής που ντύνεται
το ρούχο της δικής σου. Mόλις
που προλαβαίνεις – και πάλι, όχι -
να σώσεις την κραυγή της ψυχής σου
κάτω απ’ το αλεξίσφαιρο εωθινών ερώτων
εμπόδιο θαμπό που αγαπάει
τη νύχτα της σιωπής σου
ως μακρινή ανάμνηση-αμμουδιά
που ήσουνα πριν γεννηθείς.
Eστέρεψε ο ποταμός της λήθης ο εωσφόρος
– εαροφόρος πόθος εκβάλλει στην θάλασσα
την ασημοκρατούσα τους δρόμους της σελήνης.
Oύτε βοριάδες τύψεων
στα δάση της υπομονής
ούτε σεισμοί ονείρων
πλάι στις ακτές του πόνου.
Tην άλλη φορά να πίνεις συνέχεια
το φως – να μη σε χάνω
απ’ τα μάτια μου.
της άλλης ζωής που ντύνεται
το ρούχο της δικής σου. Mόλις
που προλαβαίνεις – και πάλι, όχι -
να σώσεις την κραυγή της ψυχής σου
κάτω απ’ το αλεξίσφαιρο εωθινών ερώτων
εμπόδιο θαμπό που αγαπάει
τη νύχτα της σιωπής σου
ως μακρινή ανάμνηση-αμμουδιά
που ήσουνα πριν γεννηθείς.
Eστέρεψε ο ποταμός της λήθης ο εωσφόρος
– εαροφόρος πόθος εκβάλλει στην θάλασσα
την ασημοκρατούσα τους δρόμους της σελήνης.
Oύτε βοριάδες τύψεων
στα δάση της υπομονής
ούτε σεισμοί ονείρων
πλάι στις ακτές του πόνου.
Tην άλλη φορά να πίνεις συνέχεια
το φως – να μη σε χάνω
απ’ τα μάτια μου.
Subscribe to:
Posts (Atom)
