Kόκκινες στέγες νωχελικά παραδομένες
στο απίστευτο γαλανό του θόλου
έτοιμες να πετάξουν
ν’ αφήσουν ξέσκεπους τους ανύποπτους
ένοικους της ορατής ζωής –
να μάθουν να μην οραματίζονται
μόνο τα ανάξια παρόντα.

Φέγγουνε από μέσα τα φυτά
φως άχραντο κι ανέσπερο
ξοδεύουν τα λουλούδια
– Πάσχα σε λίγο, Άνοιξη –
άνοιξε σαν τρυφερό μπουμπούκι
το παλαιό τραύμα.

Mια μπάλα ολοκίτρινη πετάνε
τα παιδιά ψηλά
που παίζουνε στον κήπο
και την μπερδεύω με τον ήλιο
– συννεφιάζει.

Kαι επί γης, ουδέν μεταφράζεται
στην του σκότους ευρυχωρία
που καταλαμβάνουν οι ανάσες
των αβασίλευτων πόθων –
σπανίων πολυτίμων κοσμημάτων
έναντι των οποίων ωχριούν
θνησιγενή τα νυχτολούλουδα.