Σε πίνουν και σε τρώνε τα χρώματα
της άλλης ζωής που ντύνεται
το ρούχο της δικής σου. Mόλις
που προλαβαίνεις – και πάλι, όχι -
να σώσεις την κραυγή της ψυχής σου
κάτω απ’ το αλεξίσφαιρο εωθινών ερώτων
εμπόδιο θαμπό που αγαπάει
τη νύχτα της σιωπής σου
ως μακρινή ανάμνηση-αμμουδιά
που ήσουνα πριν γεννηθείς.
Eστέρεψε ο ποταμός της λήθης ο εωσφόρος
– εαροφόρος πόθος εκβάλλει στην θάλασσα
την ασημοκρατούσα τους δρόμους της σελήνης.

Oύτε βοριάδες τύψεων
στα δάση της υπομονής
ούτε σεισμοί ονείρων
πλάι στις ακτές του πόνου.

Tην άλλη φορά να πίνεις συνέχεια
το φως – να μη σε χάνω
απ’ τα μάτια μου.