Φαντάζεσαι εξ όνυχος τα μεγαλεία
του κόσμου των αοράτων
όπου το θαύμα πεζοπορεί διστακτικό
στην παραλία των αισθημάτων
βουτηγμένο στην αμετανόητη
λαχτάρα των εγκοσμίων.
Nα είσαι σίγουρος πως στοιχηματίζει
και τα μισά φτερά του
με μόνη εμμονή να βρέξει τα πόδια του
στην θάλασσα των ανθρώπων
για ένα τσιγάρο στο μπαλκόνι
του ανυποψίαστου κόσμου
που σημαδεύει τον θρίαμβο του αχρείαστου.

Mόνος είσαι στον καθρέφτη
- σαν τον καμένο ναυτικό
εξορισμένο σε ψηλό βουνό
– πάλι κατάφερες να
κρύψεις το αηδόνι στην σιωπή.

Θα υπογράψεις τώρα με το
σώμα όπως κάθε μέρα.
Tον δρόμο, θα μου πεις, τον ξέρεις…