Ήμουνα ακριβής σαν μανιακή
τη σκόνη του καιρού παραμονεύοντας μην
αλλοιώσει τη φωνή σου μέσα στο κεφάλι μου.
Με πρόδωσε εκείνη η χαραμάδα στο συρτάρι
που έβγαζε παλιότερα
στην κρυψώνα των φιλιών.
Πήγα ως εκεί για να με σταματήσει
ο νηφάλιος Κέρβερος που παρεμβάλλεται
στα σήματα τα σύρματα
και τις συγνώμες της πέμπτης εποχής.

Τον πόθο δεν είδα πουθενά – άφαντος!

Στη μέση της αυλής εκεί που ήταν το πηγάδι
μία φωτιά να καίει όλα τα ξερά γράμματα
– των περασμένων χρόνων, όχι τα δικά σου.