Στη-χυμα-τι-ζω
στο χώμα-σώμα να θρέψω
την απειρία του εκατόφυλλου.

Bρέχει γιατί το σύννεφο
κανείς δεν το ρωτάει
αν η βροχή το λύτρωσε
ή το 'θαψε στο χώμα.

Kαι ν’ ακουμπώ σε καίγομαι
και να μισεύεις λιώνω.